Ο πόνος είναι ορισμένος να γίνει ομορφιά

«Ο πόνος είναι ορισμένος να γίνει ομορφιά, η φράση αυτή ανήκει στον  Ιταλό δάσκαλο της gestalt Gianni Francesetti,  συμπληρώνοντας θα λεγα, κι αν επιμένει να πονάς είναι που πελεκάει τη μορφή» 

του Παύλου Κουτρουφίνη

Πιο πολύ από όλα θα ’θελα να μιλάμε τώρα, μα αυτό που μας χωρίζει – τάχα είναι – η οθόνη, το «χαρτί» και το «μολύβι», δες ξανά πως τούτο μας ενώνει. Μα πιο πολύ ενώνει, ο πόνος που μοιράζεται κι όχι ο ανείπωτος. 

Ο πόνος είναι ορισμένος να γίνει ομορφιά, κι αν επιμένει να πονάς είναι που πελεκάει τη μορφή. Αυτή τη μορφή της δικής σου ομορφιάς, κι όταν με τα μάτια σου την δεις βλογάς κάθε στιγμή που πόνεσες, τότε μόνο ξέρεις! 

Όσο τον αποφεύγεις μ’ αναβολές, ντροπή και φόβο, μόλο που ανθρώπινο είναι, γεμίζεις με άγχος της αποφυγής του πόνου. Γεμίζεις το ποτήρι του φόβου σου και το πίνεις ξανά και ξανά. 

Το ξέρω φοβάσαι, μην κάτι κακό σου τύχει, μην αρρωστήσουν τα παιδιά σου, μην σε αφήσει ο σύντροφός σου, μην χάσεις τη δουλειά σου, μην αρρωστήσεις εσύ και τι θα απογίνουν οι άλλοι, μην, μην, κι από το «μην» φθάνεις στο «αμήν».

Ο ανείπωτος πόνος , ο βουβός, γίνεται και μάλλον τον κάνεις φόβο για τον πόνο, και το φόβο για τον πόνο, τον κάνεις άγχος για το φόβο, και το άγχος για το φόβο τον κάνεις, πονοκέφαλο, σφίξιμο στο στομάχι, ταχυκαρδία, ιδρώτα κρύο κι αλμυρό, μούδιασμα στα χέρια, σφίξιμο στους ώμους, και ύστερα τον κάνεις απομόνωση, αϋπνία και θλίψη.

Τούτη η ασχήμια, που ναι πότε δυσάρεστη διάθεση και πότε θυμός για κείνους που νομίζεις ότι δεν πονάνε όπως εσύ, είναι η ασχήμια μιας μορφής, αυτής της άρνησης. Έτσι που είσαι αναγκασμένος να την κρύβεις, στις σκιές μιας επίπλαστης ομορφιάς, πότε στο γυμναστήριο, πότε στο μπαράκι, πότε στη δουλειά. Η ψυχούλα σου το ξέρει.

Το ασχημόπαπο θα γίνει κύκνος, μεγαλώνοντας, ωριμάζοντας. Ωριμάζοντας όχι από τα χρόνια της επανάληψης του ίδιου μοτίβου, αλλά ωριμάζοντας στην ιδέα πως κάθε προσπάθεια αποφυγής γίνεται χωρίς την επίγνωσή σου ότι αποφεύγεις, χωρίς την επίγνωσή μου ότι αποφεύγω. Μπορώ να μάθω όμως, πώς; 

Μπορώ να μάθω όταν σταθώ για μια στιγμή, όπως είμαι αλαφιασμένος. Κι αναρωτηθώ, τι κάνω κι όχι τι μου συμβαίνει. Ποιος με κυνηγάει κι όχι τρέχω γιατί δεν προλαβαίνω, αναρωτηθώ γνήσια χωρίς δικαιολογίες, γιατί κρατώ την ανάσα μου, γιατί ανασαίνω ρηχά και ξέπνοα, τι με κάνει να μασάω τις λέξεις, ποιος με βιάζει να τα πω γρήγορα, ποιος δεν με καταλαβαίνει, ποιον θέλω να πείσω; Γιατί σφίγγω το στομάχι μου, ποιος το σφίγγει, ποιος με αναγκάζει να κάθομαι με τους ώμους κυρτούς, ποιος σφίγγει τον αυχένα, ποιος πονάει ποιον; 

Κι αν η απάντηση είναι εγώ κυνηγάω εμένα, εγώ βιάζω εμένα, εγώ πονάω εμένα, τότε έχεις ρίξει την πρώτη μάσκα. Αρχίζεις το ξεφλούδισμα του κρεμμυδιού, αφού δεν φταίει ο «άλλος» ή η κατάσταση.

Ήδη έμαθες από την εμπειρία σου, και όχι γιατί στο είπε κάποιος ψυχολόγος ή κάποιος σπουδαίος συγγραφέας βιβλίων για τα δέκα βήματα της ευτυχίας. Έμαθες βιωματικά ότι όταν στέκεσαι μια στιγμή, με συνείδηση του υπαρκτού σου εαυτού, ότι δεν αποφεύγεις την πρώτη επαφή με τον εαυτό σου. Γιατί το σώμα σου είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της ύπαρξής σου, και λέει μόνο αλήθεια αφού δεν σκέφτεται. Ότι σκέφτεται, συχνά ψεύδεται. Ψεύδεται ανεπίγνωστα αφού ότι σκεφτόμαστε για τα πράγματα, ακόμα κι όταν τα περιγράφουμε, δεν μιλάμε για τα πράγματα αλλά για την αντίληψη που έχουμε για αυτά. Άντε τώρα, με τις σκέψεις να βρω την πραγματικότητα, την λύση του προβλήματός μου ή περισσότερο να προσεγγίσω την αλήθεια. Είναι δυνατόν ; 

Όταν με τον συγκεκριμένο τρόπο που σκέφτομαι έχω δημιουργήσει το σφίξιμο στο στομάχι μου με τον ίδιο τρόπο που σκέφτομαι μπορώ να το λύσω; 

Έχω δημιουργήσει χωρίς να το ξέρω μια σειρά αντιλήψεων, πεποιθήσεων που υπηρετώ με τον τρόπο που ζω, να σφίγγω τελικά το στομάχι μου, πλημμυρισμένος από το άγχος.

Για αυτό επιστρέφω στο σώμα, την υπόσταση μιας αληθινής αλληλεπίδρασης, αυτού που είμαι με το περιβάλλον που προβάλλω.

Σιγά – σιγά καθώς ξετυλίγεις το κουβάρι της ζωής σου, βήμα το βήμα, επίγνωση την επίγνωση, θα ανακαλύπτεις. Εσύ θα μάθεις τι, εγώ δεν γνωρίζω γιατί εγώ δεν είμαι εσύ.

Τούτος ο δρόμος δεν είναι μοναχικός, όπως διατείνονται λογιών – λογιών γκουρού, είναι δρόμος συντροφικός. Ο μοναχικός δρόμος είναι, τις περισσότερες φορές ο δρόμος της φαντασίωσης, καθώς στην ενδοσκόπηση είσαι πάλι εσύ που κοιτάζεις εσένα, η ίδια διαδικασία με πριν, που είσαι εσύ που πονάς εσένα. Είναι υγιέστερο και αληθινό να κοιτάζεις τον εαυτό σου σε εμένα, κι εγώ, έστω να σου απαντώ ότι είμαι εγώ και όχι όσα προβάλλεις σε εμένα όλα όσα νομίζεις ότι είμαι. Έτσι έχουμε κι οι δυο την ελπίδα, ότι κάποτε εσύ θα γίνεις εσύ και εγώ θα γίνω εγώ, τότε θα είμαστε πραγματικά μαζί.

Ο πόνος που μοιράζεται γίνεται πόνος μισός, κι χαρά που μοιράζεται γίνεται χαρά διπλή. Δοκίμασε να μιλήσεις όχι για τα πράγματα ούτε για τα γεγονότα, δεν θέλω να ακούσω για τους άλλους, μίλα μου για σένα, γιατί για σένα νοιάζομαι όσο θέλω να νοιάζεσαι και συ για μένα. 

Το ξέρω πως είναι δύσκολο, και πολλές φορές διστάζεις. Καταλαβαίνω πως πνίγεις το λαιμό σου, κάθε φορά που νιώθεις πνίξιμο, κάθε φορά που διστάζεις. Είναι ανθρώπινο να ντρέπεσαι, είναι ανθρώπινο να είσαι επιφυλακτικός, έτσι προστατεύεσαι από τη ματαίωση που θα νιώσεις όσο σκέφτεσαι ότι δεν θα σε καταλάβω ή ότι θα σε κρίνω. Όμως μέτρησέ με, ξανά και ξανά και θα δεις πως ντρέπομαι και γω για τους ίδιους πιθανά λόγους. 

Έτσι ας μιλήσουμε για αυτό τον δισταγμό μας. Ο δισταγμός που μας χωρίζει, είναι αυτός που μπορεί να μας ενώσει. Στάσου απέναντί μου και δες πως διστάζω, δες πόσο αμήχανος γίνομαι, που κουνώ νευρικά τα χέρια μου καθώς κουδουνίζω τα κλειδιά μου, δες πως χαμογελάω παγωμένα, και διασπαστικά θα σε ρωτήσω κάτι για τα παιδιά ή τον καιρό. Στάσου απέναντι και δες πως προσπαθώ να κρύψω το άγχος κάθε φορά που δεν ξέρω τι να πω, στάσου απέναντι και άκου πόσα λέω χωρίς να λέω τίποτε για μένα, άκου τον ρυθμό της κοφτής ανάσας, και τη φωνή μου που αλλάζει διαρκώς τόνο, στάσου απέναντί μου και νιώσε την αμηχανία καθώς αποφεύγω το βλέμμα σου κάθε φορά που με ρωτάς πως είμαι. Στάσου απέναντί μου και πες μου βλέπεις εσένα; Αν ναι, σκέψου τώρα ντρέπεσαι περισσότερο από μένα; Αν όχι, σκέψου τις φορές που έχεις ντραπεί, έτσι μπορεί και να νιώσεις, εσύ εμένα.

Τώρα είμαστε ένα βήμα πιο κοντά και το άγχος της αποκάλυψης το έχουμε κάνει ζωτική ενέργεια που πλέει ανάμεσα στο ύψος των ματιών μας. Θαρρώ, οι ώμοι σου χαλάρωσαν κι αναπνοή μου φαίνεται μια πιο ελεύθερη διαδικασία, που πάει κι έρχεται χωρίς προσπάθεια. Χαμογελάμε συγκαταβατικά με κατανόηση αφού δεν μας νοιάζει να κρυφτούμε γιατί νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον. Είμαι έτοιμος, είσαι έτοιμος να πούμε τις ιστορίες μας, έχουμε ενδιαφέρον να ακούσουμε και να ακουστούμε, ότι πούμε είναι ανθρώπινες ιστορίες, οι δικές μας. Δεν φοβάσαι πια γιατί ξέρεις πως και γω φοβάμαι. Δεν φοβάμαι πια γιατί ξέρω πως και εσύ φοβάσαι. Για δες, πως κάναμε μαζί το φόβο, συντροφιά. Το ενδιαφέρον ζεσταίνει την κοιλιά κι απλώνεται στο χώρο που ανασαίνουμε, αφήνουμε το βάρος να γίνει συγκίνηση. Το πρόσωπό σου μου μοιάζει ζωντανό, πλημμυρισμένο κι ότι θολό κυλάει στα μαγουλά σου, έτσι η ματιά σου καθαρίζει και εγώ είμαι μάρτυρας εδώ, και συ εδώ δικός μου μάρτυρας. Ζεσταίνουμε το χώρο με την παρουσία μας, και τούτη η ζέστη είναι η ομορφιά.

Κοίταξέ με καθαρά, σου μοιάζω τόσο όμορφος όσο και συ μου μοιάζεις; Δεν είμαι εγώ, δεν είσαι εσύ είναι η ομορφιά!

ΥΓ. Πόνος είναι η απουσία του Άλλου, κι όταν η απουσία γίνεται παρουσία, ο πόνος γίνεται ομορφιά

Ο Παύλος Κουτρουφίνης είναι Σύμβουλος ψυχ. Υγείας – Ψυχοθεραπευτής στην ζωή και την δουλειά του στηρίζεται στην φιλοσοφία της Gestalt. Ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο.

Ψυχοθεραπεία, ένα βότσαλο στη λίμνη

«Η ψυχοθεραπεία είναι πολιτική πράξη» η δήλωση αυτή ανήκει στην Laura Perls συν ιδρύτρια της ψυχοθεραπείας  Gestalt, της ανθρωπιστικής – υπαρξιακής και ολιστικής προσέγγισης, ακραιφνώς ανατρεπτικής στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο της δεκαετίας του ’60 που αυτή αναπτύχθηκε. Απειλώντας τα θεμέλια της ψυχανάλυσης και του συμπεριφορισμού, δίνοντας έμφαση στο εδώ και τώρα για έναν ολόκληρο άνθρωπο που δεν είναι καθόλου ανεξάρτητος από το πεδίο το οποίο, όχι μόνο προέρχεται, αλλά βρίσκεται εντός και διαρκώς συν-δημιουργεί, η ριζοσπαστική της διάσταση της Gestalt βρίσκεται ακριβώς εκεί που δείχνει.

Δείχνει το άτομο ως μία συλλογικότητα, ένα διαμορφωμένο πεδίο από αντιλήψεις, πεποιθήσεις, “πίστες”, φαντασίες, φαντασιώσεις, επιθυμίες, όχι μόνο του ίδιου του ατόμου αλλά και της οικογένειας, της γειτονιάς, της πόλης, της θρησκείας και εν τέλει ενός ολόκληρου λαού. Το κάθε άτομο κουβαλάει μια κληρονομιά, έναν ολόκληρο λαό, αρίφνητους προγόνους που θα λεγε κι ο Καζαντζάκης, οργανώνει και κατευθύνεται προς μία δράση πολλές φορές τόσο βαθιά ανεπίγνωστη, έτσι ώστε θαρρεί πως επιλέγει, θαρρεί πως έχει δηλαδή ελεύθερη βούληση.

Δείχνει τη συλλογικότητα ως έναν οργανισμό, ένα «άτομο» δηλαδή, που οι εντός του  πολώσεις παράγουν συγκρούσεις, πολλές φορές τόσο μάταιες όσο κι η σύγκρουση στον καθένα από μας, όταν χρειάζεται να απαντήσει σε ένα δίλλημα με ένα ναι ή ένα όχι. Στην ψυχοθεραπεία Gestalt (που θα μπορούσε να σημαίνει, μορφή, ή και όλον) η επίγνωση έχει κεντρικό ρόλο. Είναι η μητέρα της αλλαγής, οδοδείκτης προς την ελευθερία. Η μαγεία της έγκειται στην στιγμή της επίγνωσης: ποιος πραγματικά διαβάζει τούτες τις αράδες, την στιγμή εδώ και τώρα. Η ευλογοφανής απάντηση είναι Εγώ. Πόσο κόσμο αλήθεια, εμπεριέχει τούτη η δισύλλαβη λέξη;

Η επίγνωση των αναγκών μου κι η επίγνωση των αναγκών του Άλλου, ταυτόχρονα οδηγεί, κατευθύνει την ενέργειά μου, σε μία δράση με βούληση. Με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών, επηρεάζοντας το περιβάλλον, κοινωνικό και πολιτικό. Σε κάθε κίνηση προς τα έξω επηρεάζω και επηρεάζομαι και έτσι συν-διαμορφώνω μαζί με τους Άλλους ένα εντελώς ρευστό πεδίο που αλλάζει σχήμα διαρκώς, σε ένα ιστορικό συνεχές που εμπεριέχει δηλαδή χώρο και χρόνο. Τα λόγια μου κι οι σκέψεις που κάνω, τα συναισθήματα που γεννώ ολοένα, είναι βότσαλα. Βότσαλα που πέφτουν στην λίμνη (κοινωνικό πολιτικό πεδίο). Κι όπως τα βότσαλα δημιουργούν κυκλικούς κυματισμούς που ανοίγουν καθώς ταξιδεύουν, συναντούν νέους από άλλα βότσαλα και έτσι το πεδίο διαρκώς ανανεώνεται και μετασχηματίζεται, δονούμενο.

Η επίγνωση της δυνατότητας είναι ένας στόχος της ψυχοθεραπείας, όμως η επίγνωση αυτής της δυνατότητάς σου να επηρεάζεις και να επηρεάζεσαι, είναι πολιτική πράξη. Έτσι ο στόχος της ψυχοθεραπείας έχει χαρακτήρα πραξιακό και συνεπώς η ψυχοθεραπεία είναι πολιτική πράξη.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει: «κάθε τέχνη και μέθοδος, όμοια κάθε πράξη και απόφαση οδηγεί σε κάτι καλό» όμως, «ο σκοπός της πολιτικής περιέχει τους σκοπούς των άλλων» άρα: κάθε τέχνη και μέθοδος, όμοια και κάθε πράξη και απόφαση είναι πολιτική.

Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί και διαρρηγνύει ένα-ένα τα «πέπλα», τόσο όσο μπορεί. Η πρώτη φλούδα του κρεμμυδιού είναι τα στερεότυπα, μετά οι ρόλοι και μετά… ακολουθεί το αδιέξοδο. Αλλά η ρήξη του αδιεξόδου, η ενδόρηξη, φέρνει φόβο, θυμό, και πόνο! Ανάμεσα στο παλιό που πεθαίνει και στο νέο που ακόμη δεν έχει γεννηθεί, παραμονεύει ο θάνατος και το πένθος για το χρόνο που χάθηκε, για τον άνθρωπο που ήμουν, περι-πλεγμένος με αρίφνητους προγόνους να μουγκανίζουν μέσα μου, ποιος πρώτος θα βγει, ποιος πρώτος θα πάρει το τιμόνι της βούλησής μου και θα στραφεί είτε από φόβο και ενοχή, είτε από θυμό. Αλλά, από τούτο το πηγάδι να φανεί η πρώτη της ελευθερίας αχτίδα.

Που πα να πει:  είμαι εγώ κι είμαι εδώ, ανάμεσα σε άλλα, σαν κι μένα πλάσματα , αισθάνομαι! Ο άνθρωπος που με επίγνωση μετέχει γίνεται πολίτης. Γιατί πολίτης δεν είναι για τον Αριστοτέλη αυτός που κατοικεί στην πόλη (ο αστός), αλλά αυτός που μετέχει με στόχο την ευδαιμονία της πόλης, κι όχι μόνο της τάξης του. Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτός που δεν συμμετέχει στα κοινά, ο ιδιώτης, κατέληξε να σημαίνει τον ηλίθιο.

Ο Αριστοτέλης έλεγε «Επειδή βλέπουμε ότι κάθε πόλη είναι μια μορφή κοινωνικής συνύπαρξης και κάθε κοινότητα έχει συσταθεί για την επίτευξη κάποιου αγαθού είναι φανερό ότι όλες τους (οι πόλεις) επιδιώκουν κάποιο αγαθό – και φυσικά, επιδιώκει το ανώτερο απ’ όλα τα αγαθά αυτή που είναι ανώτερη απ’ όλες και κλείνει μέσα της όλες τις άλλες. Αυτή είναι η λεγόμενη πόλη ή η πολιτική κοινωνία.» Η πολιτική κοινωνία ή η πόλη είναι το ανώτερο αγαθό! Το πολίτευμα είναι η ψυχή της πολιτικής κοινωνίας, της πόλης…

Οι κατοικούντες μια πόλη είναι λοιπόν κάτοικοι και όχι αναγκαστικά οι πολίτες. Γιατί πολίτες είναι οι δρώντες, οι ενεργητικά παρόντες στο «εδώ και τώρα» της πόλης. Το πολίτευμα, για τον φιλόσοφο, είναι η ψυχή της πολιτικής κοινωνίας – πόλης. Και ενώ για τον Σταγειρίτη η πολιτική κοινωνία – πόλη είναι προϋπόθεση του πολιτεύματος, όταν η ψυχή πεθαίνει, η πόλη από πολιτική κοινωνία γίνεται απλώς ένα άθροισμα κατοικιών κι ανθρώπων, που από πολίτες μετατρέπονται σε ιδιώτες. Σε ατομικότητες, που τόσο στις μέρες μας έχουμε αποθεώσει! Τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν γίνει ατομικά δικαιώματα σαν να μπορείς εσύ να υπάρξεις χωρίς εμένα, και εγώ χωρίς εσένα! Έτσι αντιστοίχως, μια ομάδα – συντεχνία λειτουργεί για τα δικαιώματά της με τρόπο που εναντιώνεται σε μία άλλη, ως να μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα. Οπότε, η ευδαιμονία της πόλης κι όλων των πολιτών, που θεμελιώνεται στην ηθική και την δικαιοσύνη, χαρακτηρίζεται ενίοτε ουτοπία και οι φορείς της ιδέας του φιλοσόφου, γραφικοί, εμμονικοί, ιδεοληπτικοί. Σε πείθουν ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, ότι δεν υπάρχει ελπίδα.

Όμως για στάσου μια στιγμή, εδώ και τώρα, είσαι ακόμη ζωντανός, εσύ κι άλλοι σαν και σένα με κάθε σκέψη, με κάθε δράση… πετάτε βότσαλα στη λίμνη.

Ο Παύλος Κουτρουφίνης είναι Σύμβουλος Ψυχ. Υγείας – Ψυχοθεραπευτής που στη ζωή και την δουλειά του στηρίζεται στην φιλοσοφία της Gestalt.

Οι μυλόπετρες της κατάθλιψης αλέθουν την ανθρώπινη ψυχή

Γράφει ο Παύλος Κουτρουφίνης*

  Όλο και περισσότεροι φθάνουν στο γραφείο άνθρωποι σαν όλους, που μοιάζουν κατάκοποι κυριολεκτικά αλεσμένοι από τις μυλόπετρες αυτού του ζωντανού θανάτου, της κατάθλιψης.

“..άνθρωποι σαν όλους, κατάκοποι κυριολεκτικά αλεσμένοι από τις μυλόπετρες αυτού του ζωντανού θανάτου, της κατάθλιψης.

Η λέξη κατάθλιψη προέρχεται από το ρήμα καταθλίβω, που σημαίνει συμπιέζω κάτι μέχρι να το συντρίψω. Έτσι σύνοδες λέξεις που συνήθως λέει αυτός που υποφέρει όταν ζητάει κανείς να περιγράψει την αίσθησή του, είναι βάρος, ψυχοπλάκωμα στο στήθος, σαν να μην του φτάνει η αναπνοή του, ή πάλι σαν να εκπνέει και δεν βγάζει όλο τον αέρα, ατονία, αίσθηση κούρασης με τη παραμικρή ενασχόληση, σηκώνεται από τον ύπνο κουρασμένος, απουσία ενδιαφέροντος, αίσθηση ματαιότητας, μοναξιά, απελπισία, φόβος, απογοήτευση και άγχος που συνήθως πνίγει και πνίγεται.
Τα αίτια μπορεί να είναι ενδογενή και να αναφέρονται στην ιστορία του ατόμου, (τραυματικές εμπειρίες, κακοποίηση, συναισθηματική παραμέληση, εγκατάλειψη, απώλειες κ.α.) και εξωγενή δηλαδή περιβαλλοντικοί – κοινωνικοί παράγοντες που σε συνδυασμό με τα παραπάνω ενεργοποιούν την διαταραχή της διάθεσης όπως περιγράψαμε.
Η συγκυρία της κρίσης , πολιτικής, οικονομικής, περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εν τέλει ανθρωπιστικής που όλοι βιώνουμε μας απειλεί και η ανασφάλεια είναι πια πλέον διάχυτη καθώς το φαντασιακό πλαίσιο μιας συνεχούς και συνεχιζόμενης σταθερότητας και εξέλιξης όπως την είχαμε πρωτίστως φανταστεί και μάθει έχει αποσαθρωθεί. Μαζί με την κατάργηση του δομικού πλαισίου πάνω στο οποίο στηρίζονται τα όνειρα, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις αποδυναμώνεται η άμυνα του οργανισμού, και της κοινωνίας. Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες αποτελούν την μια μυλόπετρα, οι ανάγκες του ατόμου/οργανισμού/κοινωνίας την άλλη. Ανάμεσα σ’ αυτές τις μυλόπετρες συνθλίβεται κάθε οργανισμός (άτομο-κοινωνία) που δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες (ανάγκη για εργασία, τροφή, στέγη )και εν συνέχεια τα όνειρα και τις επιθυμίες του για αυτοπραγμάτωση.
Το άτομο κουρασμένο από αυτήν την άνιση μάχη σιγά-σιγά παραιτείται, αποσύρεται και κλείνεται στον δυσβάστακτο κόσμο του. Κάθε παραίνεση, κάθε προτροπή από το περιβάλλον του ηχεί στα αυτιά του ως μια ακόμη ματαίωση αφού νιώθει πως δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις προτροπές να το ξεπεράσει. Έτσι σιγά σιγά το περιβάλλον νιώθει κι αυτό ανήμπορο να καταλάβει, να βοηθήσει κι έπειτα ίσως θυμώνει μαζί του, που δεν προσπαθεί. Φοβάται και θυμώνει. Πολλές φορές ο ασθενής στοχοποιείται και χαρακτηρίζεται ως τεμπέλης και θύμα. Τούτο το τελευταίο είναι και το πιο εύκολο, δηλαδή είναι ευκολότερο να πούμε «είναι καταθλιπτικός, φοβάται την ζωή, είναι θύμα, δεν κάνει τίποτε» παρά να πούμε το πεδίο της οικογένειας είναι δυσλειτουργικό, κι ακόμα το κοινωνικό πεδίο είναι άρρωστο. Ίσως φαίνεται δυσνόητο αυτό το τελευταίο, μα σκεφτείτε μια στιγμή όταν ένα λουλούδι μαραίνεται δεν ψάχνετε την αιτία στο λουλούδι, εξετάζετε το χώμα, το φως, το νερό, το περιβάλλον με άλλα λόγια. Δεν λέει κανείς πως το λουλούδι φταίει. Για την κατάθλιψη έχουν γραφεί πολλά , σκοπός του άρθρου είναι να φωτίσει τον άνθρωπο που υποφέρει και όχι την ασθένεια. Μπορείτε να βρείτε πολλές συμβουλές για το τι να κάνει ο ασθενής και πως. Τα περισσότερα είναι έτσι όπως παρουσιάζονται, το πρόβλημα είναι όμως ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο από αυτό που μπορεί. Για σκεφτείτε λοιπόν, εσάς και τις δυνατότητες που νιώθετε πως έχετε, με λίγα λόγια τι μπορείτε και τι δεν μπορείτε. Σκεφτείτε, μπορείτε να κάνετε κάτι περισσότερο από αυτό που μπορείτε; H απάντηση είναι προφανής μπορείτε να κάνετε κάθε φορά αυτό που νιώθετε πως μπορείτε, έτσι και ο ασθενής κάνει το περισσότερο που μπορεί.
Οι άνθρωποι (όταν υπάρχουν) του περιβάλλοντος κάνουν κι αυτοί ότι μπορούν, με τον καλύτερο τρόπο, από αυτό που ξέρουν, γιατί τι διαφορετικό μπορεί να κάνει κανείς εκτός από αυτό που ξέρει; Είναι πράγματι σκληρό να συνειδητοποιεί κανείς πως δεν μπορεί να βοηθήσει τον δικό του άνθρωπο κάνοντας αυτό που ξέρει. Πιθανά να νιώσει κι ο ίδιος ανήμπορος, με αυτή του όμως την επίγνωση έχει ήδη κάνει μια μεγάλη αποδοχή, και τώρα είναι ήδη πιο κοντά σε αυτό που νιώθει ο ασθενής. Ήδη συναισθάνεται τον άνθρωπό του, κι αυτή η συναίσθηση παίρνει όλο και μεγαλύτερο χώρο μέχρι που μπορεί να γίνει βαθύτερη κατανόηση για τον ίδιο και τους φυσικούς του περιορισμούς. Όσο λοιπόν σημαντικό είναι για τον φροντιστή να καταλάβει ότι είναι εντάξει να μην μπορεί άλλο τόσο σημαντικό είναι για τον ασθενή να νιώσει πως είναι εντάξει και για αυτόν. Κι αυτό, γιατί πρέπει να θυμόμαστε πως κι ο ασθενής δεν θέλει να υποφέρει.

Η ελπίδα βλασταίνει στο έδαφος της αποδοχής 

Μέχρι τώρα επιλέξαμε να εστιάσουμε στο αναντίρρητο γεγονός ότι ο ασθενής θέλει να μην υποφέρει και δεν μπορεί. Νιώθει ακινητοποιημένος και βυθίζεται σε ένα σπιράλ απαξιωτικών σκέψεων και συναισθημάτων ανάμεσα στην απελπισία και την λύπη. Η κινητοποίηση ακόμη αργεί. Ζητείται ελπίδα. Η ενστάλαξη της ελπίδας σε τούτο το μαύρο φόντο μοιάζει αδύνατη, κάθε προτροπή από το περιβάλλον για κίνηση ερμηνεύεται από τον ασθενή ως μια ακόμη επιβεβαίωση της αδυναμίας του.
Η ασθένεια είναι κατά μία έννοια ο αντίποδας της ζωής, της κίνησης. Είναι ένας ζωντανός θάνατος και κάθε θάνατος χρειάζεται χρόνο, χρόνο και χώρο για πένθος. Η κατάθλιψη είναι ένας τρόπος του οργανισμού να πενθήσει, την απώλεια σε όποια της μορφή (θάνατος, διαζύγιο, απόλυση, υγεία, κάθε τραύμα, κάθε πληγή). Είναι ένας κύκλος που μπορεί να επαναλαμβάνεται σε διαφορετική ένταση και διάρκεια. Ο ασθενής (και το περιβάλλον του) μοιάζει να ακολουθεί μια περιστρεφόμενη, κατά τον άξονά της, πόρτα και ενώ φαίνεται να κινείται σκεπτόμενος τα ίδια και τα ίδια, ουσιαστικά να μην μετακινείται έξω από τούτο το μοτίβο.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά τι κινεί το μοτίβο, αυτή την επανάληψη και πως το κάνει. Συνήθως οι σκέψεις αναξιότητας κρύβουν και την απαίτηση του ασθενούς να μην είναι ευάλωτος, την υποχρέωση να μπορεί να τα καταφέρνει πάντα. 
«Πως μου συνέβη εμένα αυτό;» 
« Εγώ δεν ήμουν έτσι, πως κατάντησα »
Η εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στον εαυτό που απορρίπτει και τον εαυτό που απορρίπτεται μαίνεται, τροφοδοτώντας το σπιράλ της απογοήτευσης, της λύπης, της παραίτησης.


Μοιάζει αυτή η σύγκρουση να καθρεφτίζεται και στο περιβάλλον με τις απαιτήσεις για άμεση βελτίωση. «Είσαι δυνατός, θα τα καταφέρεις, σήκω κάνε κάτι, σταμάτα την αυτολύπηση, δεν ήσουν έτσι εσύ, κ.α.»
Ο ασθενής δεν μπορεί να δει τα στηρίγματα και τις ευκαιρίες για στήριξη που του παρέχονται και διαρκώς ματαιώνει και ματαιώνεται. Η ματαίωση των προσπαθειών για στήριξη από το περιβάλλον, φέρνει θυμό κι απογοήτευση στον ίδιο και τους οικείους του. Ζητείται ελπίς. Η ελπίδα βλασταίνει στο έδαφος της αποδοχής. Είναι κρίσιμο να στηριχτεί ο ασθενής με τρόπο που να αποδέχεται πως όλο αυτό τον υπερβαίνει την δεδομένη στιγμή, και αυτό είναι εντάξει. 

«Είναι εντάξει να νιώθεις ότι δεν μπορείς, είναι εντάξει να μην μπορείς. Επίσης είναι εντάξει να μην μπορώ να σε βοηθήσω με τον τρόπο που χρειάζεσαι, μπορεί όμως να σε βοηθήσει ένας ειδικός με τρόπο που εγώ δεν γνωρίζω. Κι όπως όταν αρρωσταίνει κανείς καταφεύγει στον γιατρό για θεραπεία, έτσι μπορείς με το ίδιο σκεπτικό να απευθυνθείς σε ειδικό της ψυχικής υγείας.»

Πολλές φορές η υποτίμηση της ασθένειας, η άρνησή της δεν έρχεται μόνο από τον ασθενή αλλά και από τους συγγενείς. Ο φόβος, η ντροπή, τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις οδηγούν τους ανθρώπους που περιβάλλουν τον ασθενή να κινούνται και οι ίδιοι σε μια κλειστή γυάλα. Τροφοδοτούν άθελά τους τον κύκλο της ασθένειας που περιγράψαμε πιο πάνω, επαναλαμβάνοντας το μοτίβο του ασθενούς, ότι δηλαδή μόνοι τους θα τα καταφέρουν αποφεύγοντας για τους πιο πάνω λόγους, να πάρουν στήριξη από το ευρύτερο περιβάλλον δηλαδή από έναν ειδικό, ακριβώς όπως αποφεύγει να πάρει στήριξη ο ασθενής από αυτούς. Κάθε ψυχολόγος, ψυχίατρος, ψυχοθεραπευτής δεσμεύεται από το απόρρητο, η εχεμύθεια δημιουργεί ένα πλαίσιο ασφάλειας που όλοι χρειαζόμαστε για να εμπιστευτούμε.
Αρκετοί άνθρωποι περνούν από καταθλιπτικές περιόδους ξανά και ξανά και φαίνεται να τα καταφέρνουν μόνοι τους. Η ένταση και η συχνότητα ορίζουν την κατάθλιψη ως διαταραχή της διάθεσης του ατόμου. Χωρίς προφανείς λόγους, η έλλειψη διάθεσης, η στεναχώρια, η τάση για απόσυρση, εμφανίζονται τις γιορτές, την Άνοιξη, το φθινόπωρο, τις Κυριακές, το σούρουπο. Αυτά είναι μερικά σημάδια που χρειάζεται κανείς να εξερευνήσει, χωρίς να σημαίνει ότι βιώνει καταθλιπτικό επεισόδιο. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως είμαστε, πως λειτουργούμε δηλαδή ως ένα σύστημα αλληλεπιδράσεων του οργανισμού με το περιβάλλον. Η επίγνωση της λειτουργίας μας σε σχέση με το περιβάλλον, (εσωτερικό και εξωτερικό) αλλάζει και την αντίληψή μας για αυτό που λέμε Εαυτό. Μπορούμε να διευρύνουμε την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας και επομένως να μπορούμε να υπάρξουμε με έναν πιο ευρύ και ελεύθερο τρόπο. Αυτός ο δρόμος της επίγνωσης, είναι ο δρόμος της ψυχοθεραπείας.
Η ψυχοθεραπεία με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή μπορούν να δώσουν στον ασθενή την ελπίδα και την σοφία να καταλάβει τον εαυτό του, δίνοντας ο ίδιος νόημα σε όλη του την εμπειρία. 

*Ο Παύλος Κουτρουφίνης είναι Σύμβουλος ψυχ. Υγείας – Ψυχοθεραπευτής εκπαιδευμένος στην Gestalt, ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο

Γράμμα σε έναν έφηβο που βαριέται…

Σου γράφω όπως θα θελα να μου είχαν γράψει στα δεκάξι.

Το ξέρω πως βαριέσαι, βαριέσαι να σου λένε, τι και πως πρέπει να κάνεις. Βαριέσαι να σου λένε τι είναι σωστό και τι λάθος. Βαριέσαι να πρέπει να πηγαίνεις σχολείο και να διαβάζεις, να μαθαίνεις ένα σωρό αχρείαστα πράγματα και μάλιστα να σε εξετάζουν σε αυτά και να σου λένε, «προσπάθησε περισσότερο».
Σου είπαν ότι η ζωή είναι αγώνας, σε ετοιμάζουν να αντέξεις μια αφόρητα βαρετή ζωή, σαν την δική τους. Έπειτα κολλάς στο fb, το internet, τα video games για να ξεχάσεις όλη αυτή την ανυπόφορη πίεση που νιώθεις, είναι φυσικό και εγώ το ίδιο θα έκανα.

Σου είπαν και ακούς ότι η ζωή είναι δύσκολη, το ακούς και το βλέπεις κάθε μέρα, στο δυσαρεστημένο πρόσωπο του καθηγητή σου, στο αγχωμένο πρόσωπο του πατέρα σου στους φόβους της μητέρας σου, «τι θα γίνεις;». Σε ρωτάνε και εσύ πρέπει να ξέρεις, γιατί όταν εσύ ξέρεις αυτοί δεν φοβούνται, πρέπει να δείχνεις ότι ξέρεις για να μην ανησυχούν οι σημαντικοί, για σένα, άλλοι.

Σου είπαν ότι το Πανεπιστήμιο είναι τα πάντα, είναι τα πάντα και δεν φτάνει, έπειτα σε περιμένει master, και μετά η ανεργία κι οι καφέδες, είτε πίνοντας αραχτός, είτε σερβίροντάς τους. Πρέπει να γίνεις τόσο ξεχωριστός για να κάνεις κάτι στην ζωή σου, τόσο που οι πανελλαδικές σου φαντάζουν σάλτο μορτάλε, και συ τρομάζεις και μετά λες, βαριέσαι. Είναι φυσικό, και εγώ το ίδιο θα έκανα.

Σου είπαν ή άκουσες, πως η δική τους γενιά ήταν καλύτερη από την δική σου, και μάλιστα στους μεγαλόστομους λόγους λένε ότι εσύ είσαι το μέλλον της πατρίδας, μόνο που αποφασίζουν άλλοι για σένα χωρίς εσένα. Θυμώνεις, είναι φυσικό και εγώ το ίδιο θα έκανα.

Όσα έχεις ακούσει για την ζωή, δεν είναι η ζωή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο εκείνοι που σου μιλάνε αντιλαμβάνονται τη ζωή, και δυστυχώς για εκείνους, ο τρόπος τους να ζουν την ζωή, την δική τους ζωή.

Η ζωή δεν είναι ούτε δύσκολη ούτε εύκολη. Η ζωή είναι ζωή, ο τρόπος που την ζει καθένας κάνει την διαφορά. Τα προβλήματα που σου λένε ότι υπάρχουν, υπάρχουν. Αυτό που δεν σου λένε όμως είναι να πιστεύεις στην ίδια την ζωή.

Αυτή η πίστη, στην ζωή που είσαι παιδί της, σε κάνει ζωντανό και τότε δεν βαριέσαι, γουστάρεις.
Η ζωή κινεί τα πάντα, όλα γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα της. Η ζωή είναι ζωντανή και θρέφει μέσα της, όλα της τα ζωντανά. Η ίδια θρέφει τον εαυτό της, μέσα από τους κύκλους που κάνει, έτσι θρέφει και σένα.

Για σκέψου, όταν ήσουν μικρό παιδί κουβαλούσες το βάρος του σώματός σου, φτιάχτηκες από την ζωή έτσι ώστε να καταφέρνεις να το σηκώνεις. Έτσι αναπτύχθηκες και ενώ μικρός σαν ήσουν σου φάνταζα μεγάλος, τεράστιος, τώρα χωρίς να το καταλάβεις η ζωή σε μεγάλωσε έτσι που πάλι αυτό που σου φάνταζε τεράστιο και ασήκωτο, το βάρος, να μπορείς και πάλι να το σηκώνεις χωρίς να καταλάβεις πως έγινε. 

Δυνάμωσαν οι μύες σου μέρα την μέρα, μεγάλωναν τα οστά σου, οι σκέψεις σου έγιναν από απλοί συνειρμοί συνθετότερες, αυξήθηκες, η ζωή σε μεγαλώνει, σε δυναμώνει έτσι που να μπορείς να αντέχεις και να τα καταφέρνεις, να ζεις φυσικά, με φυσικό τρόπο. Κι όταν δεν τα καταφέρνεις, πάλι η ζωή φροντίζει για σένα. Θα σε στηρίξουν άνθρωποι, που η ζωή έφερε κοντά σου, για να στηρίζετε όλοι μαζί το έργο της.

Η ζωή σε ζει, γιατί έτσι συντηρεί τον εαυτό της. Όπως εσύ φροντίζεις και νοιάζεσαι για το σώμα σου, να μην κρυώνει, να μην πεινάει, έτσι και η ζωή νοιάζεται για σένα. Είσαι μέρος της ζωής, είσαι το χέρι της, το πόδι της, το συκώτι, η καρδιά της. Ανήκεις στην ζωή γιατί χωρίς εσένα εκείνη δεν υπάρχει. Έτσι η ζωή φροντίζει εσένα τον εαυτό της.

Η ζωή σε προστατεύει, μην φοβάσαι. Θα καταφέρεις ότι καταφέρεις μην σε νοιάζει τόσο, το σημαντικό είναι να ζεις την ζωή, ζωντανός κι ορεξάτος.

Εμπιστεύσου τη ζωή που σε ζει, κι όλα θα πάνε καλά, μπορεί όχι πάντα όπως επιθυμείς, ή όπως σου είπαν ότι πρέπει. Κάνε όμως αυτό που μπορείς όπως μπορείς και κείνη θα σε ανταμείψει με όλα της τα δώρα.

Τα δώρα της ζωής είναι να νιώθεις ζωντανός, να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να ξημερώνει και να ευχαριστιέσαι τον ήλιο, τις πρωινές μυρωδιές, να νυχτώνει και να αφήνεσαι στο ζεστό σου πάπλωμα, να πεινάς και να τρως, να διψάς και να πίνεις, να βοηθάς και να βοηθιέσαι, να νοιάζεσαι και να σε νοιάζονται.

Βρες την πίστη στην ζωή, φτάνει να κοιτάξεις το σώμα σου, για δες πως ανθίζεις!

Νεαρέ για πες μου τώρα, βαριέσαι;



Ο Παύλος Κουτρουφίνης είναι Σύμβουλος ψυχ. Υγείας – Ψυχοθεραπευτής. Στη ζωή και την δουλειά του με τους ανθρώπους στηρίζεται στη φιλοσοφία της ψυχοθεραπείας Gestalt. Ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο.