Πόνος καὶ Ὀμορφιὰ: ἀπὸ τὴν Ψυχοπαθολογία στὴν Αἰσθητικὴ τῆς Ἐπαφῆς

Gianni Francesetti απόδοση – μετάφραση Γιώργος Δίπλας

Περίληψη: Ἐξετάζουμε τὴν ἔννοια τῆς ὀμορφιᾶς στὴ θεραπεία Gestalt ὑπογραμμίζοντας τὴν κεντρικὴ σημασία τοῦ αἰσθητικοῦ κριτηρίου σ’ αὐτὴ τὴν προσέγγιση. Ἡ αἰσθητικὴ ἀποτίμηση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸ στοιχεῖο στὴ δουλειὰ κάθε θεραπευτῆ Gestalt, εἶναι μιὰ προστοχαστικὴ καὶ προλεκτικὴ διαδικασία, ἐγκατεστημένη στὴ βάση τὴς Διαμόρφωσης (Gestaltung), στὴ διάσταση στὴν ὁποία ἀναδύονται τὸ ὑποκείμενο καὶ ὁ κόσμος.  Συζητοῦμε μιὰ πρωτότυπη ἀντίληψη τῆς ψυχοπαθολογίας καὶ τῆς ψυχοθεραπείας: ὁ ψυχοπαθολογικὸς πόνος θεωρεῖται ὡς ἀπουσία στὸ ὅριο ἐπαφῆς. Ἡ θεραπεία συνεπῶς συνίσταται στὴν ἀποκατάσταση τῆς παρουσίας στὴ συνάντηση, μέσῳ μιᾶς διαδικασίας ποὺ μετατρέπει τὴν ἀπουσία σὲ πόνο καὶ τὸν πόνο σὲ παρουσία. Ἡ θεραπευτικὴ ἐμπλοκὴ στὴν «ἀπόσταξη τῆς ὀμορφιᾶς» ἀπὸ τὶς σχεσιακὲς ἱστορίες καὶ δυναμικὲς ποὺ ἀφηγεῖται ὁ πελάτης ἐξετάζεται ἀπὸ μιὰ ὑπαρξιακὴ προοπτικὴ, προσπαθώντας νὰ κατανοήσουμε τὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ τὴ δουλειὰ μας ὡς θεραπευτὲς. Τέλος, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ αὐτὴ, ἐξετάζουμε τὸ δεοντολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς ψυχοθεραπείας τὸ ὁποῖο μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τοὺς κινδύνους τοῦ ἀναγωγισμοῦ ποὺ ἀντιμετωπίζουμε σήμερα – δηλαδὴ τὸν κίνδυνο ἀναγωγῆς τῆς ψυχῆς σὲ βιολογικὸ ἤ ἀπόκρυφο συμβὰν.

Λέξεις κλειδὶ: ὀμορφιὰ, πόνος, αἰσθητικὴ, ἐπαφὴ, Διαμόρφωση, οὐσιαστικὴ ἀποτίμηση, ψυχοπαθολογία, ἠθικὴ, ὑπαρξισμὸς, ἀναγωγισμὸς.

Πόνος δὲν εἶναι

παρὰ ἡ ἔκπληξη

νὰ μὴ συναντᾶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον

(Alda Merini, Aforismi e magie)

Ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῆς ψυχολογίας, ἡ πιὸ θανάσιμη εἶναι ἡ παράβλεψη τῆς ὀμορφιᾶς

(J. Hillman, 1997, p. 56)

Ὁ François Cheng ἀρχίζει τὸν πρώτο ἀπὸ τοὺς πέντε διαλογισμοὺς του πάνω στὴν ὀμορφιὰ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια:

Σ’ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς οἰκουμενικῆς δυστυχίας, τυφλῆς βίας καὶ φυσικῶν καὶ οἰκολογικῶν καταστροφῶν, τὸ νὰ μιλὰμε γιὰ ὀμορφιὰ θὰ μποροῦσε νὰ φανεῖ παράταιρο, ἀνάρμοστο, άκομη καὶ προκλητικὸ – σχεδὸν σκανδαλῶδες. Ἀκριβῶς ὅμως γι’ αὐτὸ μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι ἡ ὀμορφιὰ, ὡς ἀντίθετο τῆς κακίας, πράγματι τοποθετεῖται στὸ ἄλλο ἄκρο τῆς πραγματικότητας ποὺ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε (2009, σ. 5)

[1] Εἰσαγωγικὴ ὁμιλία στὸ τρίτο Συνέδριο τῆς SIPG (Ἰταλικὴ Ἐταιρεία Ψυχοθεραπείας Gestalt), Παλέρμο, 9 Δεκεμβρίου 2011. Δημοσιεύτηκε στὰ ἰταλικά στὸ: Francesetti, G., Ammirata, M., Riccamboni, S., Sgadari, N. καὶ Spanguolo Lobb, M. (ἐκδ.), Il dolore e la belleza. Dalla psicopatologia all’ estetica del contatto, F. Angeli, Μιλάνο, 2013.

Εἶναι λοιπὸν ἀνάρμοστο νὰ μιλᾶμε γιὰ ὀμορφιὰ; Εἶναι ἐπιπόλαιο, ἄχρηστο, σχεδὸν μιὰ μάταιη παραπλάνηση ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία πραγματικὰ, εἶναι σημαντικὸ, συγκεκριμένο καὶ ἐπιτακτικὸ; Ὡς φόρο τιμῆς στὸ Παλέρμο, τόπο διεξαγωγῆς τοῦ τρίτου Συνεδρίου τοῦ SIPG, θὰ παραθέσω, σὰν ἀπάντηση, ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ταινία Ι cento passi (Τὰ ἑκατὸ βήματα),[2] ἡ ὁποία ἀφηγεῖται τὴν ἱστορία τοῦ Peppino Impastato, ἑνὸς νέου ἀπὸ τὸ Cinisi (Παλέρμο) ποὺ ἀγωνίστηκε κατὰ τῆς Μαφίας καὶ δολοφονήθηκε τὸ 1978. Ὁ Peppino, καθισμένος μ’ ἕναν φίλο του στὰ βουνὰ γύρω ἀπὸ τὸ ἀροδρόμιο Punta Raisi, καὶ κοιτάζοντας τὴν ἀσχήμια τῶν αὐθαίρετων κτιρίων ἀπὸ κάτω, λέει: Δὲν θέλει τίποτε σχεδὸν γιὰ νὰ καταστρέψεις τὴν ὀμορφιὰ… Ἀντὶ γιὰ πολιτικοὺς ἀγῶνες καὶ διαδηλώσεις θὰ ἔπρεπε νὰ βοηθᾶμε τὸν κόσμο ν’ ἀναγνωρίζει τὴν ὀμορφιὰ, νὰ τὴν προστατεύει. Ἡ ὀμορφιὰ εἶναι σημαντικὴ: ὅλα τὰ ἄλλα πηγάζουν ἀπ’ αὐτὴν.

Προερχόμενη ἀπὸ τὸν Peppino Impastato, σύμβολο τοῦ ἀγώνα τῶν πολιτῶν ἐνάντια στὴ Μαφία, αὐτὴ δὲν εἶναι μιὰ κουβέντα κάποιου ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ μάταια ἤ καλλωπιστικὰ θέματα. Σὲ τελείως διαφορετικὸ πλαίσιο, ὁ James Hillman γράφει, «Ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες τῆς ψυχολογίας, ἡ πιὸ θανάσιμη εἶναι ἡ παράβλεψη τῆς ὀμορφιᾶς». Ἡ ὀμορφιὰ, λοιπὸν, μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κεντρικὸ μέλημα γιὰ τὴν ψυχολογία καὶ τῆν ἠθικὴ, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ François Cheng στὴ συνέχεια τοῦ ἀποσπάσματος ποὺ προαναφέρθηκε, λέγοντας πὼς ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν ὀμορφιὰ δὲν εἶναι καθόλου ἄσκοπο παιχνίδι, ἀλλά ἀντίθετα «ἡ ἐπιτακτικὴ καὶ διαρκὴς ἀποστολὴ μας». Ἐν τούτοις, μὲ ποιὰ ἔννοια μπορεῖ ἡ ὀμορφιὰ νὰ εἶναι τόσο σημαντικὴ; Καὶ πάλι, σὲ τὶ εἴδους ὀμορφιὰ ἀναφερόμαστε;

Στὴν παροῦσα συζήτηση, προτίθεμαι νὰ ἐξερευνήσω τὸ θέμα τῆς ὀμορφιᾶς στὴ θεραπεία Gestalt, ἑστιάζοντας γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, καὶ προσπαθώντας ἀκολούθως νὰ ἐπεκταθῶ, σὲ μιὰ ἔννοια ποὺ ἀποτελεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀκρογωνιαίους λίθους τῆς προσέγγισὴς μας.

Τὸ ἄρθρο μου θὰ καλύψει τέσσερα κύρια ζητήματα:

  1. Ὀμορφιὰ: ἕνας ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς θεωρίας τῆς θεραπείας Gestalt.
  2. Πόνος: ψυχοπαθολογικὴ δυστυχία ὡς ἀπουσία παρά πόνος.
  3. Ἀπὸ τὴν ψυχοπαθολογία στὴν αἰσθητικὴ τῆς ἐπαφῆς. Ἀποστάζοντας τὴν            ὀμορφιὰ: μιὰ ὑπαρξιακὴ προσέγγιση.
  4. Αἰσθητικὴ ἠθικὴ: ἤθη καὶ πόλις ὡς πηγὲς καὶ ὁρίζοντες τὴς αἰσθητικῆς.
  1. Ὀμορφιὰ: ἕνας ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς θεωρίας τῆς θεραπείας Gestalt

                 Ἡ ὀμορφιὰ εἶναι ἀλήθεια, ἀληθινὴ ὀμορφιὰ – αὐτὸ εἶναι ὅλα ὅσα

                  γνωρίζεις πάνω στὴ γῆ καὶ ὅλα ὅσα χρειάζεσαι νὰ γνωρίζεις.

(J.Keats, Ὠδὴ σὲ μιὰ Ἑλληνικὴ Ὑδρία)

Ὡς θεραπευτὲς εἴμαστε μάρτυρες τῶν μεταπλαστικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς δουλειᾶς μας σὲ καθημερινὴ βάση. Ὑπάρχουν φορὲς ποὺ μιὰ παρέμβαση ἀποδεικνύεται πραγματικὰ γοητευτικὴ μὲ τὴ μαγεία ποὺ πηγάζει ἀπ’ αὐτὴν καὶ τὰ ἴχνη ὀμορφιᾶς ποὺ δημιουργεῖ καὶ ἀφήνει πίσω της. Ἀνατροφοδότηση σὰν τὴν ἀκόλουθη εἶναι συχνὴ σὲ ὁμάδες μετὰ ἀπὸ θεραπευτικὴ δουλειὰ: «Τώρα ποὺ δούλεψες εἶσαι τόσο ὄμορφη: τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώπου σου ποτὲ δὲν ἦταν τόσο χαλαρὰ καὶ ἁρμονικὰ· ἔχεις μιὰ φρέσκεια λάμψη στὰ μάτια καὶ τὸ σῶμα σου ἔχει ἀποκτήσει καινούργια χάρη».


[2] Τὰ ἑκατὸ βήματα, 2000, σκηνοθεσία, M.T. Giordana.

1.1 Ἔμφυτη ἤ Αἰσθητικὴ Ἀποτίμηση

Ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸ συλλογισμὸ πὼς οἱ ἱδρυτὲς τῆς προσέγγισής μας τοποθέτησαν τὴν ὀμορφιὰ στὸ κέντρο τῆς θεωρίας τῆς θεραπείας Gestalt καὶ τὸ ἔκαναν προσδιορίζοντας ἕνα ἐσωτερικὸ κριτήριο ἀποτίμησης τῆς ἀνθρώπινης ὑγείας:

Ὑπάρχουν δύο εἴδη ἀποτίμησης, ἡ ἔμφυτη καὶ ἡ συγκριτικὴ. Ἡ ἔμφυτη εἶναι παροῦσα σὲ κάθε ἐξελισσόμενη δράση· εἶναι ἡ τελικὴ κατεύθυνση τῆς διαδικασίας, τῆς ἀνολοκλήρωτης κατάστασης ποὺ κινεῖται πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση, τῆς ἔντασης πρὸς τὸν ὀργασμὸ κ.λπ. Τὸ μέτρο ἀποτίμησης ἀναδύεται στὴν ἴδια τὴ δράση καὶ, τελικὰ, εἶναι ἀκριβῶς ἡ δράση συνολικὰ.Στὴ συγκριτικὴ ἀποτίμηση, τὸ μέτρο εἶναι ἐκτὸς τῆς δράσης, ἡ δράση κρίνεται σὲ σχέση μὲ κάτι ἄλλο (Perls et al., 1994, pp. 65-66).

Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀρχὴ ἡ ὁποία κάνει τὴν προσέγγισὴ μας τόσο ἐπαναστατικὴ, ἀκόμη καὶ σήμερα, ἑξῆντα χρόνια μετὰ. Σημαίνει ὅτι ἡ ὑγεία ἑνὸς ἀνθρώπινου ὄντος μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ καὶ νὰ κατανοηθεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ποιότητα τῆς ἐπαφῆς, χωρὶς καμμία προσφυγὴ σὲ ἐξωτερικὰ κριτήρια σύγκρισης: ἡ στερεότητα, ἡ χάρη, ὁ ρυθμὸς, ἡ ρευστότητα καὶ ἡ ἔνταση τῆς ἐπαφῆς τοῦ ὀργανισμοῦ μὲ τὸ περιβάλλον του, ἡ διαδικασία μὲ τὴν ὁποία μιὰ μορφὴ καταλήγει νὰ σχηματιστεῖ ἀπέναντι σὲ ἕνα φόντο – ἡ ὀμορφιὰ τῆς ἐπαφῆς, συνοψίζοντας, εἶναι τὸ μέτρο τῆς ὑγείας. Αὐτό λοιπὸν ποὺ ἔχει προσδιοριστεῖ εἶναι ἕνα αἰσθητικὸ κριτήριο γιὰ τὴν ἀποτίμηση τῆς ἐπαφῆς, τῆς ἐν ἐξελίξει συνάντησης, τῆς κατάστασης καὶ τῆς ὑγείας (Joe Lay στὸ Dan Bloom 2003, Robine 2006, 2007, Spanguolo Lobb 20011).[3] Ὡς θεραπευτὲς Gestalt, ἐμπλεκόμαστε ὅλοι στὴν ἐπιδίωξη καλῆς μορφῆς – ἀλχημιστὲς ποὺ ἀναζητοῦν τὸ πολύτιμο μέταλλο ποὺ ἀναδύεται αὐθόρμητα ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ, τὴν καλὴ μορφὴ ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ὀμορφιὰ της (Zinker, 1978). Ἡ Laura Perls (1992), μάλιστα, ἰσχυρίζεται πὼς οἱ θεμελιώδεις ἔννοιες τῆς θεραπείας Gestalt εἶναι ταυτόχρονα φιλοσοφικὲς καὶ αἰσθητικὲς.

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι ποὺ προκύπτει ἕνα ἀρχικὸ πρόβλημα: ἡ συγκριτικὴ ἀποτίμηση – τὴν ὁποία ἐμεῖς, σὲ μιὰ ἀναθεώρηση τῆς ἔννοιας τῆς διάγνωσης στὴ θεραπεία Gestalt (Francesetti & Gecele 2009, 2010), ἀποδώσαμε ὡς ἐξωτερικὴ – τοποθετεῖται σὲ ἕνα στοχαστικὸ κυρίως ἐπίπεδο. Ἐν τούτοις, εἶναι ἡ ἔμφυτη ἀποτίμηση στοχαστικὸ ἐπίσης φαινόμενο, ἀφοῦ ἀποτελεῖ παρ’ ὅλα αὐτὰ μιὰ μορφὴ ἀποτίμησης καὶ ἄρα κρίση; Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀποδεικνύεται χρήσιμη ἡ ἔννοια τῆς αἰσθητικῆς. Ἡ ἔμφυτη ἀποτίμηση εἶναι πράγματι «αἰσθητικὴ» καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ ἔννοια ποὺ πρέπει νὰ ἐξερευνήσουμε βαθύτερα.

Τὸν δέκατο ὄγδοο αἰώνα, ὁ ἱδρυτὴς τῆς αἰσθητικῆς, Alexander Gottlieb Baumgarten, τὴν ὅρισε ὡς «ἐπιστήμη αἰσθητῆς γνώσης». Πρόκειται καθαρὰ γιὰ σχῆμα ὀξύμωρο, στὸ ὁποῖο ὁ ὅρος «γνώση» δείχνει νὰ στέκει ἀδέξια δίπλα στὸ ἐπίθετο «αἰσθητὴ», ἀλλά ἀναφέρεται ἀκριβῶς σὲ μιὰ «γνώση μὲ τὶς αἰσθήσεις» (Desideri, 2011). Ἡ Ἐποχὴ τῆς Λογικῆς [Διαφωτισμὸς] τίμησε τὴ γνώση μέσῳ τῶν αἰσθήσεων καὶ ὄχι μόνο μέσῳ τῆς λογικῆς σκέψης. Ἡ λέξη «αἰσθητικὴ» – ἀρχαία μὲν ἐτυμολογικὰ, σύγχρονη δὲ γιατὶ δημιουργήθηκε τὸν 18ο αἰώνα– χρησιμοποιήθηκε ἐκτεταμένα, ὑποδηλώνοντας τὴν ἐφαρμογὴ μιᾶς ἐρευνητικῆς προσέγγισης ιδιαίτερα, ὄχι ὅμως ἀποκλειστικὰ, στὶς καλὲς τέχνες. Ὁ ὅρος αὐτὸς κατέληξε νὰ ἐφαρμόζεται μὲ δύο κυρίως ἔννοιες: ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἀναγωγὴ καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς αἰσθητικῆς στὸ χῶρο τῆς κριτικῆς τῆς τέχνης· ἡ δεύτερη, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἔννοιας σὲ καταναλωτικὰ ἀντικείμενα καὶ εἰδικὰ στὸ ἴδιο τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς τάσεις βασίζονται στὴν ἀντίληψη ὅτι αἰσθητικὴ καὶ ὀμορφιὰ ἐφαρμόζονται στὰ ἀντικείμενα. Ὡστόσο, ἐγὼ θὰ κινηθῶ μακρυὰ ἀπὸ αὐτὴν, ἀναζητώντας τὸ νόημα τῆς ὀμορφιᾶς σὲ μιὰ περιοχὴ ποὺ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια ὑποκειμένου καὶ ἀντικειμένου. Τὸν ὅρο «αἰσθητικὴ» ἐπινόησε ὁ Baumgarten καὶ τὸν χρησιμοποίησε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἕνα λεύκωμα τοῦ 1735 μὲ τίτλο Στοχασμοὶ πάνω στὴν Ποίηση, στὸ ὁποῖο προτείνει τὴν ἰδέα πὼς, ἀκριβῶς ὅπως ὑπάρχει ἡ ἐπιστήμη τῶν νοητικῶν περιεχομένων, δηλαδὴ ἡ λογικὴ, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει μιὰ ἐπιστήμη τῶν αἰσθητῶν στοιχείων τῆς γνώσης, ἡ ὁποία θὰ ὀνομάζονταν αἰσθητικὴ (D’Angelo, 2011, σ. 16).


[3] Βλ. ἐπίσης τὴν International Gestalt Journal, εἰδικὴ ἔκδοση γιὰ τὴν Αἰσθητικὴ, Τομ. 30, Νο 1, 2007.

Πράγματι, ἡ ἀρχαιοελληνικὴ λέξη αἴσθησις ἔχει αἰσθητηριακὴ ἔννοια καὶ ἄρα ἡ αἰσθητικὴ συνιστᾶ γνώση μέσῳ τῶν αἰσθήσεων. Ἀντίθετα τὸ Αναι-σθητικὸ εἶναι μιὰ φαρμακευτικὴ οὐσία ἤ διαδικασία ποὺ ἀδρανοποιεῖ τὶς αἰσθήσεις. Συνεπῶς μποροῦμε νὰ συνδέσουμε ἄμεσα τὸ αἰσθητικὸ φαινόμενο μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐπίγνωσης στὴν Gestalt – δηλαδὴ τὴν ἐπίγνωση ὡς ἱκανότητα ἄγρυπνης παρουσίας στὶς αἰσθήσεις, νὰ αἰσθάνεται κανεὶς τὴν ἔξαψη [διέγερση] στὸ ὅριο ἐπαφῆς. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ Margherita Spanguolo Lobb (2003a, 2004), τὸ ἀγγλικὸ ἐπίθετο ἄγρυπνος ἔχει κοινὴ ρίζα μὲ τὸ οὐσιαστικὸ ἐπίγνωση.

1.2  Αἰσθητικὴ ἀποτίμηση στὴ ρίζα τῆς Διαμόρφωσης: μιὰ     προ-νοητικὴ καὶ προλεκτικὴ ἀναδυόμενη διαδικασία

Ἄν ἡ αἰσθητικὴ δὲν εἶναι νοητικὴ διαδικασία ἀλλά συνιστᾶ γνώση μέσα απὸ τὶς αἰσθήσεις, τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ συναντᾶμε στὶς αἰσθήσεις μας στὸ ὅριο ἐπαφῆς; Ποῦ μποροῦμε νὰ τοποθετήσουμε τὴν αἰσθητικὴ ἀποτίμηση; Ἡ φυσιολογικὴ (ὅπως θὰ τὴν ὀνόμαζε ὁ Husserl), ἐμπειρικιστικὴ, θετικιστικὴ, ἐπιστημονικὴ στάση θὰ μᾶς ἔλεγε πὼς ὑπάρχει ἕνας ἤδη-σχηματισμένος ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος, συναντώντας ἕναν ἤδη-σχηματισμένο κόσμο, αρχίζει νὰ τὸν γνωρίζει. Οἱ αἰσθήσεις τοῦ ὀργανισμοῦ καταχωροῦν τὰ παρόντα ἀντικείμενα σ’ ἕνα δεδομένο κόσμο. Ἡ φαινομενολογία, μαζὶ μὲ τὴν ψυχολογία Gestalt, μᾶς λέει πὼς δὲν εἶναι ἔτσι. Κατὰ κάποιον τρόπο συν-δημιουργοῦμε τὸν κόσμο καὶ τὸ ὑποκείμενο μέσα στὶς αἰσθήσεις μας, σὲ τόσο ἀκραῖο βαθμὸ ποὺ ὁ κόσμος καὶ τὸ ὑποκείμενο ὑπάρχουν μόνο μὲ μὶα ἀνεπανάληπτη αἴσθηση:

Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἡ πρώτη, τελευταία καὶ μοναδικὴ στὸ εἶδος της, κάθε αἴσθηση εἶναι μιὰ γέννηση καὶ ἕνας θάνατος (Merleau-Ponty, 2003, σ. 293)

Ἡ ἀντίληψη δὲν ἔρχεται σὲ μᾶς ὡς συμβὰν στὸν κόσμο, στὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἐπιθέσουμε τὴν κατηγορία αἰτιότητας, άλλὰ ἀντίθετα ὡς ἀνα-δημιουργία ἤ ἀναδόμηση τοῦ κόσμου κάθε στιγμὴ (στὸ ἴδιο, σ. 283).

Ξανὰ: «ἡ αἴσθηση εἶναι κυριολεκτικὰ ἕνα μοίρασμα [ἐπικοινωνία]» (στὸ ἴδιο, σ. 289). Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐπαναστάσεις στὴ φαινομενολογία εἶναι ἡ κατανόηση ὅτι ἡ φαινομενικὴ σταθερότητα τοῦ «ὁ ἑαυτὸς μου» καὶ τοῦ «κόσμου» εἶναι, ἀντίθετα, ὁ καρπὸς μιὰς διαρκοῦς δημιουργίας: «τὸ ὑποκείμενο δὲν εἶναι μιὰ σίγουρη κτήση, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ κατέχουμε χρειάζεται νὰ τὸ ἐπανα-κατακτοῦμε συνεχῶς» (von Weizsacker, παρατιθέμενος ὑπὸ Ballerini, 2011, σ. 107). Ἔχουμε σαφῆ ἐπίγνωση γι’ αὐτὸ ὅταν βιώνουμε ἤ ἀντιμετωπίζουμε μιὰ ψυχωσικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει αὐτὴ τὴ δημιουργία ἀγκαλιὰ μὲ τὴν ἀστάθειὰ της. Ἡ πρόδηλη σταθερότητα τοῦ κόσμου, θεωρούμενη συνήθως δεδομένη, ἔρχεται στὸ προσκήνιο σὲ ψυχωσικὲς ἐμπειρίες ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔχει χαθεῖ. Παραθέτοντας τὸν Husserl:

Ὁ πραγματικὸς κόσμος ὑπάρχει, μόνο ὑπὸ τὴ διαρκῶς σκιαγραφούμενη αἵρεση ὅτι ἡ ἐμπειρία θὰ ἀκολουθεῖ διαρκῶς τὸ ἴδιο δομικὸ μοντέλο (Husserl, 1969, σ. 251 – 2). Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς πρέπει νὰ βυθιστοῦμε σὲ ἕναν ἀπεριόριστο (absolutus)[4] μεταμοντέρνο σχετικισμὸ, ὅπου τὸ ἄτομο δημιουργεῖ τὴ δικὴ του πραγματικότητα κατὰ τὴ δικὴ του ἐπιθυμία. Ἡ συν-δημιουργία δὲν εἶναι μιὰ αὐτάρκης μορφὴ γέννησης, ἀλλὰ μιὰ διαδικασία στὴν ὁποία τὸ ὑποκείμενο ἀναδύεται ἀπὸ τὸ φόντο, δημιουργώντας το καὶ ταυτόχρονα δημιουργούμενο καὶ τὸ ἴδιο[5] ἀπ’ αὐτὸ. Στὶς αἰσθήσεις, λοιπὸν, δὲν ὑπάρχει ἕνα «ξεχωριστὸ ἐγὼ» ποὺ συναντᾶ «προσδιορισμένα ἀντικείμενα».Ὑπάρχει μᾶλλον ἡ ρίζα τῆς Διαμόρφωσης: μιὰ διαδικασία συν-δημιουργίας βιωματικῶν φαινομένων, στὰ ὁποῖα τὸ ὄχι ἀκόμη ξεχωριστὸ ἐγὼ καθὼς καὶ τὰ ὄχι ἀκόμη προσδιορισμένα ἀντικείμενα ἀνα-δύονται διαρκῶς.


[4] Ἐτυμολογικὰ, ἀπαλλαγμένου κάθε περιορισμοῦ, κάθε ὁρίου.

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτῆς τῆς δραματικῆς μετατροπῆς – ἀπὸ ἐκείνη τοῦ ἐγὼ/δεδομένος κόσμος σ’ ἐκείνη τῆς ἀκατάπαυστης συν-δημιουργίας τοῦ «ἐγὼ καὶ κόσμος» – θὰ ἑστιάσω ἐδῶ σὲ ἕνα μόνο σημεῖο: ὅτι αὐτὴ ἡ δημιουργία προκύπτει χωρὶς σκέψη καὶ εἶναι προλεκτικὴ. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι αποτέλεσμα τῆς λειτουργίας τοῦ ἐγὼ: κανένας δὲν ξυπνάει τὸ πρωὶ καὶ λέει, «τώρα θὰ δημιουργήσω τὸν ἑαυτὸ μου» (ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων σοβαρῆς κατάθλιψης). Προκύπτει, ἐπιπλέον, σὲ προστοχαστικὴ στιγμὴ, σὲ μιὰ περιοχὴ ἐμπειρίας στὴν ὁποία οἱ λέξεις δὲν ἔχουν ἀναδυθεῖ ἀκόμη. Πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι δὲν ἀφορᾶ in primis [μάλιστα] τὴ λειτουργία οὔτε τοῦ ἐγὼ οὔτε τῆς προσωπικότητας τοῦ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τοποθετεῖται ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται ὁ Goodman ὡς τὸ id τῆς κατάστασης (Robine 2006, 2011, Wollants 2008), αὺτὸ ποὺ ὁ Minkowski θὰ ὀνόμαζε «ἀκαθόριστο καὶ θολὸ» φόντο, τὸν τόπο τῆς «αἰσθητηριακῆς ἐπικοινωνίας» (Merleau-Ponty), αὐτὸ ποὺ ὁ Desideri ἔξυπνα ὀνομάζει «αἰσθητηριακὴ κοινωνικὴ συναλλαγὴ».

Στὶς αἰσθήσεις, ἐκτὸς τοῦ νὰ συναντῶνται, ὀργανισμὸς καὶ περιβάλλον δημιουργοῦν ὁ ἕνας τὸ ἄλλο: συν-αναδύονται.[6]

Ἡ αἰσθητικὴ ἀποτίμηση, καθὼς φαίνεται, συμβαίνει τὴ στιγμὴ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς ἐμπειρίας, ἡ ὁποία προηγεῖται τῆς νοητικῆς ἐπεξεργασίας. Εἶναι μιὰ ἄμεση καὶ προλεκτικὴ γνώση. Ἡ γένεση τῆς αἰσθητικῆς κρίσης ἔρχεται πρὶν τὴ γλῶσσα: εἶναι μᾶλλον ἡ προϋπόθεση γι’ αὐτὴν καὶ κατοικεῖ στὴν ἐπικράτεια του ἐν δυνάμει (Stern, 2004). Γεννιέται, ἑπομένως, σὲ μιὰ σκιερὴ στιγμὴ, πρὶν τὸ διαχωρισμὸ τῆς ὑποκειμενικὀτητας ἀπὸ τὴν ἀντικειμενικότητα:

Ἡ ὑποκειμενικότητα δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ πὼς συντίθεται καὶ μορφοποιεῖται πρὶν τὴν ἀνάδυση μιᾶς αἰσθητικῆς καμπύλωσης στὴν αἰσθητηριακὴ δομὴ τῆς ἐμπειρίας. Μποροῦμε ἀκόμη νὰ φθάσουμε στὸ σημεῖο νὰ ἀντιστρέψουμε αὐτὴ τὴ σχέση καὶ νὰ δοῦμε τὴ σφαῖρα τῆς ὑποκειμενικότητας, μὲ τὴν αἴσθηση καθαυτὴν ποὺ ἀπαραίτητα συνεπάγεται, ὡς ἔμφυτη «ἀνταπόκριση» στὴν ἀνάδυση μιᾶς αἰσθητικῆς διάθεσης… Πρέπει νὰ ἀναφερόμαστε, λοιπὸν, σὲ μιὰ αἰσθητικὴ γένεση τῆς ὑποκειμενικότητας, ἀντὶ σὲ μιὰ ὑποκειμενικὴ γένεση τῆς αἰσθητικῆς (Desideri, 2011, σ. 78). Ἀναφερόμαστε λοιπὸν στὸ πῶς αἰσθανόμαστε ἄμεσα καθὼς ἐκτυλίσσονται τὰ γεγονότα, ὄχι στὸ πῶς τὰ κρίνουμε ἐκ τῶν ὑστέρων – στὸ πῶς τὰ νοιώθουμε καθὼς τὰ συν-δημιουργοῦμε καὶ τοὺς δίνουμε μορφὴ. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀποτιμήσουμε αἰσθητικὰ χωρὶς νὰ ἐμπλακοῦμε στὴ δημιουργία τοῦ ἀντικειμένου. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, δὲν ὑπάρχουν ἀντικείμενα ὄμορφα ἀφ’ ἑαυτῶν. Ὑπάρχει μόνο ἡ ἐμπειρία δημιουργίας ὀμορφιᾶς παρουσίᾳ κάποιου ἀντικειμένου ποὺ γίνεται ἡ πηγὴ τῆς ὀμορφιᾶς. Αὐτὸ δὲν σημαίνει πώς ἡ ὀμορφιὰ βρίσκεται στὰ μάτια τοῦ παρατηρητῆ, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Hume, ἀφοῦ ἡ ὀμορφιὰ εἶναι φαινόμενο ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ ἄρα ἀνήκει σὲ μιὰ διάσταση στὴν ὁποία εὐφυῶς ἑστίασαν οἱ ἱδρυτὲς τῆς προσέγγισὴς μας, ἀκολουθώντας μιὰ λεπτὴ γραμμὴ, χωρὶς νὰ πέσουν οὔτε στὸν ὑποκειμενικὸ σχετικισμὸ οὔτε στὸ ρεαλιστικὸ ἀντικειμενισμὸ.[7] Ἀντιμετω-πίζοντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ὀμορφιὰ, μποροῦμε νὰ βροῦμε σ’ αὐτὴν τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἰσόβιου ἔργου, τὴν ἐκδήλωση τῆς παραγωγικῆς ἀτέλειας ποὺ προηγεῖται τῆς ἀνάδυσης τοῦ «ἐγὼ» καὶ τοῦ «κόσμου», τὴ μόνη ἐγγύηση γιὰ νὰ μὴ χαθοῦμε μέσα στὴν ἀντικειμενικοποίηση τοῦ ἄλλου ἤ στὴ σχετικιστικὴ ἄρνησὴ  του.


[5] Ἡ ἔννοια μοῦ φαίνεται πὼς ἀποφεύγει νὰ ὑποπέσει στὴ σύγχρονη ἀναβίωση τοῦ νέο-ρεαλισμοῦ (Ferraris, 2012), ἡ ὁποία ἐπανεπιβεβαιώνει τὴ διχοτόμηση μεταξὺ γεγονότων καὶ ἑρμηνείας τους ὑπέρ τῶν πρώτων, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Νιτσεϊκὸ ἰσχυρισμὸ πὼς «δὲν ὑπάρχουν γεγονότα, μόνον ἑρμηνεῖες», ἕνα ἀπὸ τὰ σλόγκαν τοῦ μεταμοντερνισμοῦ. Καὶ οἱ δύο θέσεις φαίνεται νὰ προτείνουν μιὰ διχοτομικὴ καὶ ἁπλουστευτικὴ λογικὴ κάνοντας διάκριση μεταξὺ γεγονότων καὶ ἑρμηνειῶν, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ξεπεραστεῖ μέσῳ τῆς λογικῆς τῆς συν-δημιουργίας, μὲ τὴν ὁποία ἡ ὑποκειμενικὴ ἑρμηνεία καὶ τὰ ἀντικειμενικὰ γεγονότα συν-δημιουργοῦνται, ὄντας συνεπῶς οὔτε ἀντικειμενικὰ δεδομένα οὔτε ἀπαλλαγμένα ἑρμηνείας.

[6] Ἡ φαινομενολογικὴ μας προσέγγιση φαίνεται συνεπὴς μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πρωτο-ἑαυτοῦ ποὺ παρουσίασε ὁ Damasio (2010).

Ἡ αἰσθητικὴ εἶναι ἑπομένως μιὰ γνώση ἤδη συντονισμένη, ἤδη συ-ναισθηματικὰ ἐναρμονισμένη, ἤδη in-tended:[8] μιὰ ἐπίγνωση τοῦ τὶ συμβαίνει στὸ ὅριο ἐπαφῆς, στὴ συν-δημιουργία τῆς ἐμπειρίας, αὐτοῦ ποὺ μετακινήθηκε κατὰ τὴ συνάντηση καὶ τῆς ἔκτασης στὴν ὁποία μετακινούμαστε μαζὶ, μετακινώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ μετακινούμενοι συναισθηματικὰ μαζὶ. Ἡ συναισθηματικὴ συν-μετακίνηση, πράγματι, συνίσταται στὸ νὰ μᾶς ἀγγίξει αὐτὸ ποὺ συμβαίνει στὸν ἄλλον καὶ ἄρα ἀποτελεῖ κίνηση-μετὰ τοῦ ἄλλου. Ὁ συντονισμὸς εἶναι συν-ἐπηρεαζόμενη κίνηση.

Στὸ τεέυταῖο του βιβλίο ὁ Daniel Stern (2010) προσδιορίζει ὡς θεμελιώδεις μονάδες ἐμπειρίας αὐτὸ ποὺ ἀποκαλεῖ δυναμικὲς μορφὲς ζωτικότητας: στὶς μονάδες αὐτὲς, ἤ gestalten, ἔχουν τὴ βάση τους οἱ διϋποκειμενικὲς ἐναρ-μονίσεις. Φαίνεται πὼς αὐτὴ ἡ κατεύθυνση ἔρευνας ὑποστηρίζει τὴ θέση μας: οἱ ζωτικὲς μορφὲς ἀποτιμῶνται μὲ προστοχαστικὸ τρόπο, γίνονται αἰσθητὲς ὡς ὁλιστικὰ σύνολα (ὄντως gestalten), εἶναι ἀναδυόμενες ἰδιότητες τῆς ἴδιας τῆς ἐμπειρίας. Οἱ παράμετροὶ τους εἶναι: δύναμη, κίνηση, χῶρος, χρόνος, κατεύθυνση/σκοπιμότητα, οἱ ἴδιες ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ διαδικασία ἐσωτερικῆς ἀποτίμησης πιστῆς μορφῆς.

Ἡ αἰσθητικὴ γνώση εἶναι ἀναδυόμενη (γεννιέται σὲ μιὰ δεδομένη στιγμὴ), ἐφήμερη (διαρκεῖ μόνον ὅσο μιὰ δεδομένη ἐμπειρία), σωματικὴ (εἶναι ἐνσωματωμένη στὶς αἰσθήσεις καὶ στὸ συντονισμὸ τοῦ σώματος). Δὲν εἶναι οὔτε ἀντικειμενικὴ οὔτε ὑποκειμενικὴ. Τὸ τελευταῖο αὐτὸ σημεῖο εἶναι βασικὸ γιατὶ ὑποδηλώνει μιὰ τρίτη διάσταση, οὔτε ἀντικειμενικὴ οὔτε ὑποκειμενικὴ, ποὺ εἶναι πλούσια σὲ σημασία:

Ἀνάμεσα στοὺς δύο πόλους ἀπόλυτης ὑποκειμενικότητας καὶ ἀντικειμενικότητας ἡ αἰσθητικὴ ἐμπειρία καταλαμβάνει μιὰ μεσαία περιοχὴ, αὐτὴ τῆς διϋποκειμενικότητας (D’Angelo, 2011, σ. 116). Αὐτὸ ποὺ συμβαίνει σὲ μιὰ συνεδρία, εἴτε ἀτομικὴ εἴτε ὁμαδικὴ, καὶ νοιώθουμε πὼς εἶναι «ὄμορφη», δὲν εἶναι οὔτε ἀντικειμενικὰ ὄμορφη (δὲν εἶναι ἰδιότητα τοῦ ἀντικειμένου) οὔτε ὑποκειμενικὰ ὄμορφη (γιὰ μένα μόνο, σὰν νὰ ἦταν ζήτημα προσωπικοῦ γούστου). Εἶναι, ὄντως, παροῦσα γιὰ ὅποιον εἶναι παρὼν στὶς αἰσθήσεις του – ποὺ ἔχει, ἑπομένως, ἐπίγνωση καὶ συμμετοχὴ, ἐμπλέκεται στὴν κατάσταση. Εἶναι ὄμορφο γιὰ μᾶς νὰ εἴμαστε παρόντες στὸ βαθμὸ ποὺ μᾶς ἀγγίζει αὐτὸ ποὺ συμβαίνει. Δὲν ἀναφερόμαστε, βεβαίως, στὴν ὀμορφιὰ εἴτε ἑνὸς ἀντικειμένου ἀπὸ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ ἀποσυνδεθοῦμε, εἴτε κάτι συμπαθητικοῦ, εὐχάριστου, ἀνακουφιστικοῦ καὶ καλλωπιστικοῦ.[9] Ὅταν προσηλωνόμαστε στὴν ὀμορφιὰ, τὰ μάτια μας ἀλλάζουν, ἡ ἀναπνοὴ μας ἀλλάζει: ἡ ὀμορφιὰ δὲν ἀνήκει στὸ ἀντικείμενο ἤ στὸ ὑποκείμενο, ἀλλὰ ἀποτελεῖ φαινόμενο ἀναδυόμενης ἐπαφῆς. Ἐμπλεκόμαστε σὲ ἕνα φαινόμενο ποὺ μᾶς μεταμορφώνει καὶ μᾶς καταλαμβάνει, τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχὺς μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ συναισθηματικὰ διασπαστικὴ δύναμη ἑνὸς παλιρροϊκοῦ κύματος ἤ τῆς ραφινάτης, διεισδυτικῆς ἰδιότητας τοῦ ἀέρα ψηλὰ στὰ βουνὰ. Ἐπιπλέον, ἐπειδὴ μεταμορφώνει, ἀφήνει πίσω της τὸ ἀποτύπωμὰ της. Εἶναι μιὰ ἰσχὺς ἀναπόφευκτα μεταμορφωτικὴ πάντα καὶ ἑπομένως ἀποδομητικὴ: τίποτε καλὸ καὶ νέο δὲν προκύπτει χωρὶς τὴν ἀμοιβαία ἐπιθετικὴ[10] ἀποδόμηση τῶν ἐμπλεκομένων στὴν ἐπαφὴ. Ὁ δεσμὸς μεταξὺ αἰσθητικῆς, ἐπίγνωσης, ἔργου ζωῆς καὶ μεταμόρφωσης γίνεται σαφέστερος ἄν διερευνήσουμε βαθύτερα τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης, ὅπως ἔκανε ὁ κλασσικὸς φιλόλογος Richard Onians:


[7] Ἐδῶ ἀναφέρομαι στὴν ἔννοια τοῦ ἑαυτοῦ ποὺ ἀναδύεται στὴν κατάσταση (βλ. Spanguolo Lobb 2001, Wollants 2008 καὶ Philippson 2009).

[8] Βλ. τὸ ἰταλικὸ ρῆμα intendere, ἀπὸ τὸ λατινικὸ intendere: κουρδίζω μουσικὸ ὄργανο, συντονίζω τὶς χορδὲς του μὲ τὸ συναίσθημα. [Ἰταλικὰ intendere: κατανοῶ, καταλαβαίνω Σ.τ.μ.]

[9] Ἡ διάκριση αὐτὴ εἶναι ἐπίσης σχετικὴ στὴν αἰσθητικὴ ἀποτίμηση ἑνὸς ἔργου τέχνης, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ δοκιμασία τοῦ Πυγμαλίωνα: μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν ὀμορφιὰ σὲ κάτι ποὺ θὰ ἦταν τερατῶδες ἄν ἦταν ἀληθινὸ, ὅπως τὸν πίνακα ἑνὸς δαίμονα ἤ τὸ γλυπτὸ ἑνὸς δράκου.

Τὸ ἑλληνικὸ ρῆμα αἰσθάνομαι (ἐπιμήκης μορφὴ τοῦ αἴσθομαι: ἀντιλαμβάνομαι), ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγεται ἡ αἴσθησις, εἶναι τὸ κέντρο τοῦ Ὁμηρικοῦ ἀΐσθω, ποὺ σημαίνει «μοῦ κόβεται ἡ ἀναπνοὴ» ἤ «εἰσπνέω». Στὴ συγγένειά της μὲ ὅρους ποὺ ὑποδηλώνουν τὴν «ἀναπνοὴ» τοῦ ἐν ζωῇ, ἡ αἴσθησις ἔχει κοινὴ ρίζα μὲ τὴ λέξη αἰὼν, ποὺ σημαίνει χρόνο ποὺ ἀναγεννᾶται καὶ, πρὶν ἀπ’ αὐτὸ, «ζωτικὴ δύναμη» ποὺ ρέει μέσα στὰ σώματα (Desideri, 2011, σ. 74-75).

Ἡ ὀμορφιὰ, λοιπὸν, μεταμορφώνει καὶ ἀφήνει τὸ ἴχνος της. Μιὰ ἄλλη κεντρικὴ σχέση ἐμφανίζεται ἐπίσης ἐδῶ: ἐκείνη μεταξὺ ὀμορφιᾶς καὶ πα-ρουσίας. Τοῦτος εἶναι ὁ δεσμὸς ποὺ μᾶς φέρνει στὸ ἄλλο σταυροδρόμι τῆς συ-ζήτησής μας: τὸν πὸνο. Καὶ στὸ μονοπάτι αὐτὸ θὰ συναντήσουμε τὴν οὐσία τῆς ψυχοπαθολογίας.

2. Πόνος: ἡ ψυχοπαθολογικὴ δυστυχία εἶναι ἀπουσία παρὰ πόνος

Ὅταν θαυμάζουμε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ μαργαριταργιοῦ, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ποτὲ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τοῦ ὄστρακου.

(K. Jaspers)

2.1 Ὁ πόνος ὡς κριτήριο δυστυχίας στὴν ἰατρικὴ καὶ ἡ ἀπουσὶα ὡς κριτήριο δυστυχίας στὴν ψυχοπαθολογία

Στὴν ἰατρικὴ, τὸ ἀντίθετο τῆς ζωῆς εὶναι ὁ θάνατος. Στὴν ψυχοθεραπεία ποὺ προσανατολίζεται φαινομενολογικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ, ἀντίθετα, τὸ ἀντίθετο τῆς ζωῆς δὲν εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ παίζει οὐσιώδη ρόλο στὴ ζωὴ, στὸ βαθμὸ ποὺ καθορίζει τὴ μοναδικότητα καὶ τὴν πλυτιμότητα κάθε στιγμῆς. Εἶναι ὁ ζωτικὸς σύντροφος τῆς ζωῆς, πολύτιμος καὶ ἀπαραίτητος.

Τὸ ἀντίθετο τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τῆς παρουσίας, εἶναι ἡ ἀπουσία. Μὲ τὰ τραγικὰ λόγια ἑνὸς πελάτη ὁ ὁποῖος ζοῦσε μὲ κάτι ποὺ ἴσως εἶναι ἡ πιὸ ἀκραία κατάσταση ἀπουσίας, τὴ μελαγχολικὴ κατάθλιψη:

Τὰ πάντα εἶναι πεθαμένα μέσα μου. Δὲν ὑπάτχει πιὰ ζωὴ.

Τὰ πάντα εἶναι μηχανικὰ. Οἱ κινήσεις μου δὲν εἶναι πιὰ δικὲς μου. Εἶναι πεθαμένες. Εἶμαι πεθαμένος.

Στὴν ἰατρικὴ, τὸ ἀντίθετο τῆς εὐεξίας εἶναι ἡ δυστυχὶα, ὅπου τὸ πρόθεμα «δυσ» ἀναφέρεται σὲ σωματικὴ ἀσθένεια καὶ πόνο. Γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ πόνος, ὁ χειρουργὸς ἐπεμβαίνει χορηγώντας κάποιο ἀν-αισθητικὸ. Οἱ ὀδοντίατροι μᾶς μαθαίνουν πὼς ἄν κάποιο δόντι πονάει, σημαίνει ὅτι κάτι συμβαίνει καὶ χρειάζεται φροντίδα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴ λειτουργία τοῦ πόνου στὴ φυσιολογία: εἶναι ἔνδειξη ὅτι κάτι χρειάζεται φροντίδα.

Στὴν ψυχοθεραπεία, τὴν προσανατολισμένη φαινομενολογικὰ καὶ ὑπαρ-ξιακὰ, ὁ πόνος δὲν εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς εὐεξίας. Ὁ πόνος εἶναι ἕνα ἐγγενὲς καὶ μὴ καταργήσιμο κομμάτι τῆς ζωῆς. Τὸ ἀντίθετο τῆς εὐεξίας εἶναι καὶ πάλι ἡ ἀπουσία.


[10] Ἡ λέξη ἐπίθετικότητα (ad-gressive στὸ κείμενο) προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ ad-graedior – κίνηση πρὸς.

Μάλιστα, ἡ κορύφωση τῆς ὀμορφιᾶς μιᾶς συνάντησης, καὶ ἄρα τῆς υγείας της, συμπίπτει μερικὲς φορὲς μὲ τὴν κορύφωση τοῦ πόνου ποὺ ἀποδεσμεύεται μέσα ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ. Στὴν ψυχοθεραπεία ἡ ἀποδέσμευση ἑνὸς ἔντονου πόνου μπορεῖ νὰ ἀντιστοιχεῖ στὴν αἰσθητικὴ κορύφωση τῆς συνάντησης.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ συναντᾶμε τὴν ἀνθρωπολογικὴ προσέγγιση τῆς θεραπείας Gestalt: τὸ ἄτομο ποὺ εἶναι ὑγιὲς καὶ σφριγηλὸ πρέπει νὰ εἶναι πλήρως παρὸν στὶς αἰσθήσεις του καὶ ὄχι ἀναισθητοποιημένο. Ἄν εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ εἶναι κάποιος παρὼν στὴ ζωὴ του, τότε εἶναι ὑγιὲς νὰ αἰσθάνεται αὐτὸ τὸν πόνο. Πράγματι, ἡ ὀμορφιὰ δὲν εἶναι πάντα εὔκολη, «εὐχάριστη» ἤ ἑλκυστικὴ. Μὲ τὰ λόγια ἑνὸς πελάτη κάποια στιγμὴ ποὺ εἴχαμε φτάσει σὲ κρίσιμο θεραπευτικὸ σημεῖο:

…στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πάρω στυλὸ καὶ θὰ σοῦ γράψω. Ἡ ὀμορφιὰ ἀποκτᾶ λίγη ἐνέργεια. Καθὼς τὴν παρατηρῶ, μπορῶ νὰ διακρίνω πὼς ἀποτελεῖται ἀπὸ δάκρυα, σάλιο, ἱδρώτα καὶ ἐμετὸ… Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς, εἶχα σκεφτεῖ ὅτι θἆταν φτιαγμένη ἀπὸ φῶς. Αὐτὸ ἦταν ἄραγε τὸ λάθος μου;

Ὅταν περνᾶμε ἀπὸ τὴν ἐπικράτεια τῆς ἰατρικῆς σ’ ἐκείνη τῆς ψυχοπαθολογίας συμβαίνει κάτι ριζοσπαστικὸ: μὲ τὴ μετάβαση αὐτὴ κάνουμε ἕνα κβαντικὸ ἅλμα, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει ἴσως μελετηθεῖ ἀκόμη ἀρκετὰ. Περνᾶμε, πράγματι, ἀπὸ μιὰ διάσταση ὅπου μπορεῖ νὰ σκεφτόμαστε (συχνὰ χρήσιμα) ὡς πρὸς ἄτομα καὶ ἀντικείμενα σὲ κάποια ἄλλη στὴν ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποσπάσουμε τὸ ἄτομο ἀπὸ τὸ σχεσιακὸ πεδίο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπαρτίζεται. Τὸ νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἄτομο «εἶναι ἐμβαπτισμένο» σ’ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο δὲν ἀρκεῖ. Τὸ σχεσιακὸ πεδίο εἶναι πραγματικὰ ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο «ἀπαρτίζεται» τὸ ἄτομο.

Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖο τὸ ὁποῖο τείνει νὰ συγκαλύπτει ὁ ἀναγωγισμὸς. Στὴ χειρότερη περίπτωση, δὲν παίρνει ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὡς ὑποκείμενα δὲν εἴμαστε «διαχωρίσιμα» ἀπὸ τὴ σχεσιακὴ κατάσταση καὶ ἔτσι μᾶς διαχωρίζει ἀπὸ τὸ σῶμα μας, ἀναγάγοντὰς μας σὲ σκέτο ἐγκέφαλο. Ὅπως διαβεβαιώνει ὁ/ἡ Alva Noe (2010), δὲν εἴμαστε περισσότερο ἐγκέφαλοι ἀπ’ ὅ,τι τὰ μόρια κυτταρίνης τῶν χαρτονομισμάτων εἶναι χρήματα.

Ἡ ἀναισθησία εἶναι σὰν ἕνα διαχωριστικὸ ὅριο ὑδάτων ποὺ τραβάει μιὰ γραμμὴ ἀνάμεσα σὲ δύο διαστάσεις, τὴν ἰατρικὴ ἐπικράτεια τοῦ σώματος-ἀντικειμένου καὶ τὸ ψυχοθεραπευτικὸ ὅραμα τοῦ ζῶντος-σώματος (Galimberti 1987, Borgna 1988). Ἡ ἀναισθησὶα μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ συστατικὸ τῆς εὐεξίας ἑνὸς Korper (σῶμα μὲ τὴν ἀνατομικὴ ἔννοια, ὅπως αὐτὸ ποὺ βλέπει ὁ ὀδοντίατρος), ὄχι ὅμως τοῦ Leib (τοῦ ζωντανοῦ σώματος). Πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ ἀγαπάει ἄν εἶναι ἀναίσθητος;

Ἡ ψυχοπαθολογὶα, ἑπομένως, ἀντίθετα μὲ τὴν ἰατρικὴ παθολογία, δὲν μπορεῖ νὰ παραβλέψει τὴ σχεσιακὴ διάσταση χωρὶς νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀντικειμενικοποίηση τοῦ ὑποκειμένου (ὅπως γνωρίζουμε τουλάχιστον μετὰ τὴν ἐργασία τοῦ Jaspers) καὶ στὸ παράδοξο (Jaspers, 1963). Ἄν τοποθετούμαστε στὴ σχεσιακὴ διάσταση, τὸ ψυχοπαθολογικὸ συμβὰν δὲν εἶναι ὑποκειμενικὸς πόνος. Γιὰ παράδειγμα, ὁ πόνος τῆς ἀπώλειας εἶναι ὑγιὴς καὶ ἔνδειξη ὑγείας. Ἡ ἀπουσία πόνου στὴ ναρκισσιστικὴ ἀδυναμία ἀγάπης ἀποτελεῖ ψυχοπαθολογικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ τραγωδία.

Τὸ ψυχοπαθολογικὸ συμβὰν συνιστᾶ ἀπουσία στὸ ὅριο ἐπαφῆς. Ἡ ἀπουσία αὐτὴ ἐκδηλώνεται σὰν κάτι τὸ ἀν-αισθητικὸ καὶ α-ποιητικὸ. Ἀναισθησία σημαίνει ἔλλειψη αἴσθησης, α-ποιητικὸ (ποίησις, ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ, ποιῶ) σημαίνει ἔλλειψη δημιουργικότητας. Αἰσθητικὴ καὶ ποίηση, σ’ αὐτὴ τὴν ἐσοχὴ τῆς δραστηριότητας τῆς ζωῆς, εἶναι ἀξεδιάλυτα δεμένες στὴ συνύπαρξή τους. Ἡ ποίηση εἶναι ἡ ἰδιάζουσα δραστηριότητα τοῦ ψυχοθεραπευτῆ: τὰ θεραπευτικὰ του λόγια εἶναι ποιητικὰ λόγια, λόγια ποὺ ἔχουν σῶμα, ἁπτὰ λόγια ποὺ ἀγγίζουν καὶ μεταμορφώνουν γιατὶ ἀποτελοῦν ὄχημα ἐμποτισμένο μὲ ὀμορφιὰ κατευθείαν ἀπὸ τὴν ἔναρξὴ τους. Ὡστόσο, ὑπάρχουν ἐπίσης χειρονομίες ποὺ μιλοῦν, σιωπὲς γεμᾶτες ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία.

2.2 Τρεῖς μορφὲς ἀπουσίας

Ἄς ἐξετάσουμε τὰ διάφορα εἴδη ἀπουσίας καὶ ἄρα ψυχοπαθολογίας. Μποροῦμε νὰδιακρίνουμε τρεῖς βασικὲς μορφὲς.

2.2.1 Πρώτη μορφὴ

Ἀπὸ τὴν πρώτη μας συνάντηση, ἡ παρουσία της μοῦ δημιούργησε μιὰ ἔντονη ἀτμόσφαιρα ἀβεβαιότητας, τεντώματος – ἕνα κλῖμα στὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ συμβεῖ ὁτιδήποτε. Ἡ τραγωδία κρεμόταν σὰν τσεκούρι πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας. Ὑπῆρχε μιὰ αἴσθηση πὼς κάτι τὸ ἀδιανόητο, τὸ καταστροφικὸ μποροῦσε νὰ πέσει πάνω μας ὁποιαδήποτε στιγμὴ.

Ἀναπνέω… προσπαθῶ νὰ στηρίξω τὸν ἑαυτὸ μου ἀπέναντι στὸ ἄγχος καὶ νὰ ὑπομείνω αὐτὴ τὴν καταπιεστικὴ, ἀπειλητικὴ ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ κάθε τόσο ὑποκύπτω σὲ ξαφνικὲς ριπὲς ἰλίγγου. Θυμᾶμαι καθαρὰ μιὰ συνεδρία μὲ ἄλλον πελάτη, χρόνια πρὶν, στὴν ὁποία ἔνοιωσα ξαφνικὰ τὸ δωμάτιο (ἤ ἐμένα) νὰ τρέμει. Γιὰ κλάσμα δευτερολέπτου ἀποπροσανατολίστηκα καὶ ὕστερα, καθὼς κοιταζόμασταν, καταλάβαμε καὶ οἱ δύο πὼς ἔγινε ἕνας μικρὸς σεισμὸς. Αὐτὸ ἦταν τὸ κλῖμα στὸ ὁποῖο ξεκίνησε ἡ συνεδρία μὲ τὴν Μαρία:

Θ: Καλημέρα.

Μ: Καλημέρα.

Σιωπὴ

Θ: Πῶς ἦρθες ἐδῶ;

Μ: Ἡ κόρη μου μὲ ἔφερε… Ναὶ, νομίζω ἡ κόρη μου… Ἀπ’ ὅσο ξέρω, αὐτὴ ἦταν.

Ὁ τρόπος ποὺ λέει αὐτὰ τὰ λόγια, ποὺ εἶναι κάτι σὰν λεκτικὸ τὶκ, μὲ βυθίζει σ’ ἕνα σύμπαν ὅπου τίποτα δὲν εἶναι σταθερὸ ἤ συνεχὲς. Εἶναι μιὰ δίνη εὔθραυστων ἀντικειμένων ἀπὸ papier mâché ποὺ γίνονται συνεχῶς κομματάκια. Ἀληθινὰ καὶ ὀντολογικὰ, δὲν ὑπάρχει καμμιὰ σιγουριὰ.

Θ: Ἡ κόρη σου ἡ Ἄννα;

Μ: Ναὶ, τὸ ὄνομα τῆς κόρης μου εἶναι Ἄννα, ἀπ’ ὅσο ξέρω…

Ἡ Μαρία δὲν διατρέχει τὸ σῶμα της καθὼς ψάχνει αὐτὲς τὶς ἀπαντήσεις. Εἶναι σὰν νὰ μὴν ἔχει ἐγκατασταθεῖ τίποτε στὴ βεβαιότητα τῆς μνήμης, τῆς ἐμπειρίας, τῆς αἴσθησης. Τὰ πάντα εἶναι πιθανὰ, κι ἔτσι τίποτα δὲν εἶναι ἐπίκτητο, καὶ οἱ ἀπαντήσεις της ἀναβλύζουν ἀπὸ συμπεράσματα ποὺ δὲν βασίζονται σὲ κάτι ποὺ μποροῦμε ἀπὸ κοινοῦ νὰ ὀνομάσουμε σῶμα ἤ πραγματικότητα. Τὸ πρῶτο εἶδος ἀπουσίας εἶναι ἑπομένως τὸ νὰ μὴν ἀποτελοῦμε ὑποκείμενα. Αὐτὸ συμβαίνει σὲ ψυχωσικὲς ἐμπειρίες (Spanguolo Lobb 2003, Spanguolo Lobb & Francesetti προσεχῶς). Κατὰ παράδοξο τρόπο, σ’ αὐτὴ τὴν ἀπουσία ὑπάρχει μιὰ μοναδικὴ καὶ ἐξαιρετικὰ ἰσχυρὴ μορφὴ παρουσίας. Ὅταν τὴ συναντᾶμε – ἄν δὲν ἀποσυρθοῦμε ἀπὸ τὸ ὅριο ἐπαφῆς – ἀμέσως μᾶς ἁρπάζει, μᾶς μολύνει, μᾶς καταβάλλει καὶ μᾶς κατακλύζει. Εκεῖ βρίσκεται ἡ μη-ὕπαρξη τοῦ ὑποκειμένου ἀλλὰ καὶ μιὰ ἰσχυρὴ ἀτμοσφαιρικὴ παρουσία, ἀφοῦ τὸ ὑποκείμενο βρίσκεται δυνητικὰ ἐκεῖ, ἡ τάση νὰ δομηθεῖ εἶναι φοβερὰ δυνατὴ ἀλλά τὸ μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὴ δόμησή της, τουλάχιστον σ’ αὐτὸ τὸ σχεσιακὸ πεδίο, οὐσιαστικὰ λείπει. Ἄν κοιτάξουμε μέσα στὰ μάτια κάποιου σὲ κατάσταση ψυχωσικὴς ὀδύνης, βλέπουμε κάτι πέρα ἀπ’ αὐτὸ, βλέπουμε μιὰν ἄβυσσο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐμεῖς αἰσθανόμαστε γυμνοὶ, σὰν νὰ μᾶς ἔχουν παρακάμψει. Τὸ βλέμμα τοῦ ψυχωσικοῦ εἶναι ἀποδομητικὸ ἐπειδὴ μᾶς βυθίζει σὲ μιὰ διάσταση ὅπου οἱ ὑποκειμενικότητες δὲν ἔχουν δομηθεῖ. Ἐκεῖ εἶναι ἀδύνατον νὰ συν-δημιουργηθοῦμε μὲ ὁποιονδήποτε συγκεκριμένο τρόπο, ἀλλὰ τὸ ἔργο τῆς συν-δημιουργίας μπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ ἐνεργητικὸ, μολονότι ἐμποδίζεται στὴν ἐπίτευξη προσδιορισμοῦ τῶν ὑποκειμένων. Εἴμαστε βυθισμένοι σὲ μιὰ συνεχῆ καὶ συνεχῶς μάταιη προσπάθεια νὰ συνθέσουμε ἕναν κόσμο μὲ σαφῆ καὶ συνδετικὰ ὅρια, σ’ ἕνα χωνευτήρι ὑψικαμίνου στὴν ὁποία κάθε δυνατότητα δημιουργεῖται καὶ διαλύεται. Εἶναι ἕνας χῶρος ψυχασθενῶν, κενὸς ἀπὸ ἁπαρτιωμένα ὑποκείμενα καὶ ἀντικείμενα, ἀφοῦ ὁ κόσμος αὐτὸς προηγεῖται τῆς δόμησης τοῦ συγκεκριμένου. Ἐν τούτοις, εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδιαίτερη ποιότητα ἀπουσίας καὶ δυνητικῆς παρουσίας ποὺ μερικὲς φορὲς μᾶς ἐπιτρέπει νὰ γίνουμε καλλιτέχνες, ποιητὲς, ἐξόχως δημιουργικοὶ. Καὶ, κατὰ τὸν Heideger, αὐτὴ εἶναι ἡ κρυφὴ ἀλήθεια ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἀποκλειστικὴ προστασία ψυχασθενῶν, ποιητῶν καὶ παιδιῶν (Blankenburg 1971, Salonia 2001, Borgna 2011): εἶναι ἕνα πειστήριο τοῦ θαύματος μὲ τὸ ὁποῖο παλλόμαστε στὴ διάσταση τοῦ ἀνάμεσα (Buber 1996, Francesetti 2008), τοῦ ἐνδιαφέροντος (interest: προσέξτε τὴ λατινικὴ ρίζα, inter-esse: «ὄντας ἀνάμεσα») ποὺ ἀπογυμνώνει καὶ ἀναταράσσει τὴν ἀλαζονία τῆς ἀτομικότητας. Προτοῦ γίνουμε σαφῆ ὑποκείμενα εἴμαστε φαινόμενο άναδυόμενο ἀπὸ τὸ πεδίο, σφύζοντας ζωτικότητα.

2.2.2 Δεύτερη μορφὴ

Ἕνας ἄντρας στὰ πενῆντα του μοῦ λέει: «Δὲν ἔχω ιδιαίτερα προβλήματα, μόνο τὶς συνηθισμένες ἔγνοιες τῆς καθημερινότητας. Άλλὰ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν εἶμαι ζωντανὸς. Εἶμαι πενῆντα χρονῶν καὶ ἡ ζωὴ μου δὲν ἔχει ἄρωμα. Συνεχῶς εἶμαι δυσαρεστημένος. Πρόσφατα αἰσθάνθηκα κάποια εὐχαρίστηση νὰ ἀναβλύζει στὸ λαιμὸ μου στιγμιαῖα, ἀλλὰ σταμάτησε ἐκεῖ. Τὸ σῶμα μου ἔγινε ἄκαμπτο, πάγωσε καὶ δὲν μποροῦσα νὰ νοιώσω τίποτα».

«Καὶ πῶς νοιώθεις τώρα ποὺ μοῦ τὸ λὲς;»

«Τίποτα… Ἐντάξει εἶμαι… κανονικὰ, νομίζω».

Ὁ δεύτερος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πορεῖ νὰ εἴμαστε ἀπόντες εἶναι ὅταν ἔχουμε δομηθεῖ ὡς ὑποκείμενο ἀλλὰ εἴμαστε ἀπόντες ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μας, ἀναισθητοποιημένοι. Εἶναι ἡ ἀπουσία ποὺ βιώνουμε κατὰ τὶς νευρωσικὲς ἐμπειρίες μας.[11] Ἐδῶ εἶναι δύσκολο νὰ προσδιοριστοῦμε μέσῳ τῆς διαδικασίας τῆς συν-δημιουργίας κι ἔτσι τὰ δυναμικὰ τοῦ πεδίου εἶναι μερικῶς μόνο προσβάσιμα. Τὸ πεδίο εἶναι ἀδύναμο ἐπειδὴ ἔχει ἀναισθητοποιηθεῖ.

Τόσο στὸν πρῶτο ὅσο καὶ στὸ δεύτερο τρόπο ἀπουσίας, ἐπεμβαίνουν προστατευτικοὶ μηχανισμοὶ, ποὺ κινητοποιοῦνται γιὰ νὰ κάνουν τὸ ἀνυπόφορο ὑποφερτὸ, καθιστώντας ἄγνωστη τὴν ἀπουσία. Ἡ ἀπουσία ἐξαφανίζεται μέσα στὴ λήθη.

Ὁ θεραπευτὴς συναντᾶ αὐτὲς τὶς ἀπουσίες στὸ ὅριο ἐπαφῆς καὶ τὶς συναντᾶ αἰσθητικὰ – μὲ τὶς αἰσθήσεις του. Ὁ θεραπευτὴς – παρὼν στὶς αἰσθήσεις του, πλήρως ἀσχολούμενος μὲ τὴ συν-δημιουργία ἐπαφῆς καὶ ἀφοσιωμένος στὴ δόμηση τῆς σχέσης – αἰσθάνεται τὶς ἀπουσίες. Ἡ αἴσθηση αὐτὴ εἶναι ἤδη μιὰ θεραπευτικὴ πράξη, καθὼς προκαλεῖ ξανὰ τὴν ἀνάδυση τῆς ξεχασμένης ἀπουσίας στὸ σχεσιακὸ πεδίο. Δὲν ἔχει σημασία ἄν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκόμα τὸ ζήτημα στὸ μυαλὸ τοῦ πελάτη. Ἡ ἀνακλημένη ἀπουσία εἶναι ἤδη παρουσία. ἁξίζει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι τὸ λατινικὸ ρῆμα ricordor, ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχεται τὸ σύγχρονο ἰταλικὸ ricordare [θυμᾶμαι], σημαίνει οὐσιαστικὰ «φέρνω πάλι μέσα στὴν καρδιὰ». Τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς ἐπανατοποθέτησης τῆς ἀπουσίας ἀνάμεσὰ μας ἐκτελεῖ τὸ θαῦμα τῆς μεταμόρφωσής της σὲ παρουσία. Ἡ αἴσθησις εδῶ γίνεται ποίησις, τὸ συναίσθημα γίνεται δημιουργία.


[11] Οἱ ἀπουσίες αὐτὲς, τὶς ὁποῖες ἡ θεραπεία Gestalt ὀνομάζει διακοπὲς τῆς ἐπαφῆς, βιώνονται αἰσθητικὰ ὡς ἀπουσίες στὴ συν-δημιουργία τῆς ἐμπειρίας ἡ ὁποία, ὅπως εἴδαμε, συμβαίνει ἀκατάπαυστα.

2.2.3 Τρίτη μορφὴ

  Ὁ Π. εἶναι ἕνας τριανταπεντάχρονος ἄντρας, πολὺ τεντωμένος στὴ στάση του, τὸ χαμόγελο στά χείλη του παράξενα παράφωνο μὲ τὴ σκληρότητα στὸ βλέμμα του. Ἄν ἀφεθῶ νὰ αἰσθανθῶ, αἰσθάνομαι φόβο. Μπορῶ νὰ νοιώσω τὸ σαρκασμὸ[12] του νὰ γρατζουνάει τὸ δέρμα μου. Ὁ Π. παραπέμφθηκε σὲ μένα ἐπειδὴ κακοποίησε τὴν φίλη του.

Μοῦ λέει μὲ σαρδώνεια ψυχρότητα: «Ὅταν πάω μὲ μιὰ γυναῖκα, δὲν αἰσθάνομαι τίποτα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐχαρίστησή μου. Αὐτὸ ποὺ μ’ ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ εὐχαρίστησή μου. Στὴν ἀρχὴ δὲν ὑπάρχουν προβλήματα. Μετὰ, κάποια ὁρισμένη στιγμὴ, μοῦ ἀντιπαρατίθεται καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἀντέχω. Δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος γι’ αὐτὸ κι ἔτσι θυμώνω. Τότε, ἐκείνη θέλει νὰ φύγει. Δὲν καταλαβαίνει πὼς πρέπει νὰ μείνει ἐκεῖ; Καὶ ἄν δὲν καταλαβαίνει μὲ τὸν εὔκολο τρόπο, ἴσως τὸ καταλάβει μὲ τὸ σκληρὸ».

«Καὶ λὲς ὅτι αὐτὸ συμβαίνει πάντα κάποια ὁρισμένη στιγμὴ στὶς σχέσεις σου;»

«Ναὶ… Ἀλλὰ πρέπει νὰ σοῦ πῶ ὅτι ἐγὼ μεταχειρίζομαι βασικὰ τὶς γυναῖκες σὰν πόρνες, γιατὶ ὅλες εἶναι πουτάνες. Δὲν τὸ καταλαβαίνουν, γιατὶ εἶμαι ξύπνιος, ἀλλὰ τὶς ἐκμεταλλεύομαι. Καὶ ὅταν τὸ καταλάβουν στὸ τέλος, εἶναι ἀργὰ. Τὶς ἔχω ἤδη ἐκμεταλλευτεῖ».

Ἡ Τρίτη αὐτὴ μορφὴ ἀπουσίας καταλαμβάνει πολλές φορὲς περιθωριακὸ χῶρο στὴν ψυχοθεραπεία γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἀφορᾶ εἶναι πολὺ λιγότερο πιθανό νὰ ζητήσουν βοήθεια καὶ ἡ θεραπεία τους εἶναι πολὺ δύσκολη. Πρόκειται γιὰ τὴν ἐμπειρία μιᾶς ἀπουσίας ποὺ δὲν ἔχει αἴσθηση τοῦ πόνου τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἡ αἴσθηση αὐτῶν ποὺ, μὴ ἔχοντας αἴσθηση τοῦ πόνου, τὸν ἐπιφέρουν. Σοβαρὲς ναρκισσιστικὲς καὶ κοινωνικο-παθολογικὲς καταστάσεις κατατάσσονται σ’ αὐτὴ τὴν κατηγορία, ὅπως καὶ οἱ ἀντικοινωνικὲς συμπεριφορὲς. Εἶναι ἡ τραγωδία ὅσων δὲν νοιώθουν τὸν πόνο τοῦ ἄλλου κι ἔτσι τὸν προκαλοῦν. Ὁ πόνος αὐτῶν ποὺ δὲν αἰσθάνονται πόνο γίνεται πόνος ποὺ ἐπιβάλλεται, πόνος ποὺ ἀναδύεται στὸν ἄλλον. Αὐτοὶ ποὺ βασανίζουν ἐκφράζουν τὴν ἀπουσία τους ἐπιφέροντας πόνο σ’ αὐτὸν ποὺ βασανίζουν. Εἶναι μιὰ μεταμόρφωση τῆς δυστυχίας-ἀπουσίας σὲ ἐπιβαλλόμενη-δυστυχία καὶ ἀπὸ κεῖ σὲ δυστυχία-πόνο. Ἡ κατάσταση αὐτὴ – ἡ ἐμπειρία τῆς ὁποίας στερεῖται κάθε δυνατότητας αἴσθησης τοῦ πόνου τοῦ ἄλλου – θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωριστεῖ πλήρως στὴν ψυχοπαθολογία. Ὡς φοιτητὴς εὶπα κάποτε σὲ ἕνα σεμινάριο: «Καὶ ποῦ θὰ τοποθετήσουμε τοὺς κακοὺς; Κι αὐτοὶ ὑπάρχουν!» Στὶς ἐμπειρίες αὐτὲς ἴσως ὑπάρχει ἡ ἀναισθησία τοῦ πόνου τοῦ ἄλλου ἤ, διαφορετικὰ, ἀκόμη καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς ἀπόλαυσης ἀπὸ τὴν πρόκληση πόνου στὸν ἄλλον.


[12] Ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ σαρκάζειν, ξεσκίζω τὴ σάρκα (Cortellazzo & Zolli, 1983)

3. Ἀπὸ τὴν ψυχοπαθολογία στὴν αἰσθητικὴ τῆς ἐπαφῆς. Διϋλίζοντας τὴν ὀμορφιὰ: μιὰ ὑπαρξιακὴ προσέγγιση

Δὲν ξέρω πῶς παίρνει μορφὴ

ἕνα ποίημα.

Παίρνω τὴ λάσπη

τῆς ζωῆς μου

κι αἰσθάνομαι

ὅπως ὁ σπουδαῖος γλύπτης.

                                               (Alda Merini)

3.1 Ἀναδυόμενη καὶ Πραγματικὴ Ὀμορφιὰ

Ἡ ὀμορφιὰ στὴν ὁποία ἀναφερόμαστε ἀναδύεται ἀπὸ τὴν παρουσία στὸ ὅριο ἐπαφῆς. Δὲν εἶναι οὔτε προϋπάρχουσα οὔτε μόνιμη. Εἶναι ἐφήμερη, παροδικὴ, μὴ-πραγματικὴ. Εἶναι σὰν μελωδία στὸν ἀέρα, ποὺ δὲν ἀναγάγεται στοὺς κραδασμοὺς χορδῶν καὶ τυμπάνων: παρ’ ὅλο ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὰ, κυλάει ἀνεμπόδιστα στὸν διϋποκειμενικὸ χωρο-χρόνο καὶ ἀναλώνεται. Δὲν παραμένει σταθερὴ. Μὲ ποιὸ στόχο, λοιπὸν, τὴν ἀναζητοῦμε καὶ τὴν δημιουργοῦμε; Ἐπειδὴ, ὅπως εἴπαμε, μᾶς μεταμορφώνει καὶ ἀφήνει ἕνα ἴχνος πίσω της. Μὲ τὴν πληρότητα τῆς συνάντησης, τὴν ὁποία αἰσθανόμαστε ὄμορφη, παράγουμε σχεσιακὰ ἀγαθὰ (Cavaleri 2003, 2007). Αὐτὰ παράγονται μέσα ἀπὸ μιὰ ἐμπειρία ποὺ μπορεῖ νὰ περιέχει πόνο ἤ εὐχαρίστηση – ποὺ δὲν ἔχει σημασία – ἀλλὰ ποὺ εἶναι πάντα αἰσθητικὴ: αἰσθητὴ καὶ πραγματικὴ.

Ἐρχόμενη στὸ προσκήνιο, δὲν ἀνήκει στὰ ἄτομα ποὺ συναντῶνται, ἀλλὰ γεννιέται ὡς πραγματοποίηση τῆς δυνατότητας στὸ ὅριο ἐπαφῆς. Δὲν ἀνήκει οὔτε σὲ μένα οὔτε σὲ σένα. Εἶναι μιὰ πνοὴ ποὺ γεννιέται ἀνάμεσὰ μας. Πνοὴ στὰ ἑλληνικὰ [κατὰ μία μεταφορικὴ ἔννοια, ἀπὸ τὸ ἀνάσα] σημαίνει Ψυχὴ. Ἡ Ψυχὴ (στὴν ἱστορία τοῦ Ἀπουήλιου) εἶναι ἡ πιὸ ὄμορφη φιγούρα σὲ ὁλόκληρη τὴν κλασσικὴ μυθολογία Hillman, 2002, σ. 12). Κινητοποιούμαστε ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονὀς ποὺ πάλλεται ἀνάμεσὰ μας στὸ μεσουράνημα τῆς συνάντησής μας, ἀναθρεμένοι τόσο μὲ τοὺς περιορισμοὺς ὅσο καὶ μὲ τὶς δυνατότητές μας. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀγγίγματος μεταξὺ μας εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ ὑπάρχει ἀλλὰ δὲν διατηρεῖται. Ὡς θεραπευτὲς, δημιουργοῦμε ὀμορφιὰ. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, εἴμαστε ψυχο-πλάστες. Πῶς προσδιορίζεται ἡ σχέση ἀνάμεσα στὴν ὀμορφιὰ ποὺ ἀναδύεται καὶ στὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἀντικειμένου;

Ἕνα πραγματικὸ ἔργο τέχνης – οἱ Water Lilies τοῦ Monet, ἡ Sagrada Famiglia τοῦ Gaudi, ἡ Pietà τοῦ Michelangelo, ἤ τὸ ποίημα τῆς Merini ποὺ πρατίθεται στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ἑνότητας, μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὸ σὲ σχέση μὲ τὴ θαυμαστὴ ἱκανότητα τῆς μορφῆς τοῦ ὑλικοῦ νὰ ἐκτελεῖ καθήκοντα ὀχήματος γι’ αὐτὴ τὴ στιγμιαία δόνηση στὴν ψυχὴ, μεταφέροντάς την στὸ χῶρο καὶ τὸ χρόνο. Ὡστόσο, χρειάζεται πάντα ἕνας συν-δημιουργὸς – ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν εἶναι ἁπλὸς δέκτης στὸ πεδίο – δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ, ἀπολαμβάνοντας τὸ ἔργο, δονεῖται στὴ μορφὴ του. Ὁ τελευταῖος ἐνεργεῖ ὡς ἀνα-γεννητὴς ποὺ δημιουργεῖ τὸ ἔργο ἐκ νέου (καὶ εἶναι κυριολεκτικὰ νέο, μιὰ ἄνευ προηγουμένου καινοτομία) στὸ παρὸν τῆς κατάστασης, ἀφοῦ ἀπολαμβάνοντας τὸ ἔργο δίνει πάλι ζωὴ στὴν πνοὴ ποὺ αὐτὸ περιέχει. [Ὁ θεατὴς] τρέφει τὸ ἔργο. Τὸ ἔργο τέχνης, χωρὶς κάποιον νὰ τὸ ἐρωτεύεται ἔστω γιὰ μιὰ στιγμὴ, παραμένει ἁπλῶς μιὰ δυνατότητα· ἡ πνοὴ του ἀπονεκρωμένη, ἐν ἀναμονῇ ἀνάστασης. Ἡ ζωντανὴ τέχνη ἀποκαλύπτεται στὴν ἐπαφὴ. Τὸ νὰ τὴν παρακάμψεις χωρὶς νὰ ἀγκαλιάσεις τὴν ὀμορφιὰ της ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀπονέκρωσὴ της. Καὶ, ὅπως γράφει ὁ Denham Vaughan (2009), ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν ὀμορφιὰ μπορεῖ νὰ μᾶς στηρίξει στὶς πιὸ σκοτεινὲς μας ὧρες.

3.2 Διϋλίζοντας τὴν ὀμορφιὰ

Ἄν ἡ ἐπαφὴ μὲ τὴν ὀμορφιὰ εἶναι θρεπτικὴ -τὴν ὁποία πάντα συν-δημιουργοῦμε- καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ στόχος στὸν ὁποῖο ἡ ἐπαφὴ καὶ ἡ πρόθεση μᾶς παρακινοῦν τελεολογικὰ, κινητοποιούμαστε ἐπίσης ἀπὸ μιὰ ἄλλη ἐξίσου ἰσχυρὴ ἕλξη, τὴν παρόρμηση δηλαδὴ νὰ διατηρήσουμε τὸ βαθμὸ ὀμορφιᾶς καὶ ἀπουσίας ποὺ συναντᾶμε στὶς στιγμὲς ἐπαφῆς. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, ἀποτελοῦμε ζωντανὰ ἔργα τέχνης, ἀφοῦ ἐνεργοῦμε ὡς ὄχημα στὸ χὼρο καὶ τὸ χρόνο γιὰ τὴν ἐφήμερη ἀνάσα ποὺ παράγεται ἀπὸ τὶς συναντήσεις μας.[1] Ἔγραψα «τὸ βαθμὸ ὀμορφιᾶς καὶ ἀπουσίας» γιατὶ εἶναι στὴ φύση μας νὰ συντηροῦμε καὶ τὰ δύο. Πράγματι, ὄχι μόνο δὲν χάνεται ποτὲ ἡ ὀμορφιὰ, οὔτε ὅμως καὶ ἡ ἀπουσία (ἡ ὁποία, ὅπως εἴδαμε, συνιστᾶ ψυχοπαθολογικὴ δυστυχία). Ἡ τελευταία παραμένει ὡς μορφὴ ζωντανῆς δυστυχίας ποὺ μεταφέρεται σὲ ἑπόμενες στιγμὲς ἐπαφῆς, αναζητώντας τὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ γίνει ὁρατὴ καὶ νὰ μετατραπεῖ στὴν ὀμορφιὰ μιᾶς συνάντησης. Ὡς θεραπευτὲς, εἴμαστε συν-δημιουργοὶ τέτοιων εὐοίωνων περιστάσεων, τέτοιων κατάλληλων στιγμῶν. Τὸ νὰ ὁδηγεῖς ματαιωμένες προθέσεις στὴν ὁλοκλήρωσὴ τους σημαίνει πὼς ἐπιδρᾶς στὸ μετασχηματισμὸ τους σὲ ὀμορφιὰ. Αὐτὸ ὑπερβαίνει ἴσως τὰ ὅρια ἀτομικῶν ὑπάρξεων κι ἐπίσης ἔχει νόημα ὅταν ἡ πρόθεση ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ ὁμάδα καὶ ὁλοκληρώνεται ἀπὸ μιὰ ἄλλη. Ἡ σκέψη αὐτὴ ἐξηγεῖ ἴσως κάποια ὑπεργενεαλογικὴ πίστη, ὅτι κάποια ἄτομα προσπαθοῦν νὰ ὁλοκληρώσουν στόχους ποὺ ξεκίνησαν πρόγονοὶ τους, ἤ ἀναλαμβάνουν νέα ἐγχειρήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δοῦν ποτὲ καρποὺς. Λίγους μῆνες πρὶν ἕνας πελάτης μοῦ ἀφηγήθηκε ἕνα παράδειγμα τὸ ὁποῖο βρῆκα ιδιαίτερα ὄμορφο. Τὸ περασμένο καλοκαίρι ἕνας ἠλικιωμένος ἔφτασε μὲ τὰ πόδια σὲ μιὰ ἀγροικία στὴν ἐπαρχία Cuneo καὶ ζήτησε νὰ καταλύσει στὸν ἀχυρῶνα γιὰ τὴ νύχτα. Εἶπε στοὺς οἰκοδεσπότες πὼς εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴ Γαλλία περπατώντας πάνω ἀπὸ μῆνα πλέον, γιὰ νὰ γίνει rin Fou – παλαβὸς προσκυνητὴς. Ἡ ἀποστολὴ ποὺ εἶχε ἀναλάβει ἦταν ἡ ἑξῆς: ὀκτὼ αἰῶνες πρὶν, μιὰ ὁμάδα προσκυνητῶν ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Γαλλία γιὰ τοὺς ἅγιους τόπους. Διέσχισαν περπατώντας τὴ Γαλλία καὶ τὴν Ἰταλία καὶ ὕστερα ἐπιβιβάστηκαν σὲ πλοῖο στὴν Puglia. Δυστυχῶς τὸ πλοῖο ναυάγησε καὶ πολλοὶ πνίγηκαν. Τοὺς ἐπιζῶντες τοὺς ἅρπαξαν σκλάβους καὶ κανένας δὲν ἔφτασε στὸν προορισμὸ του. Αὐτὸς ὁ «παλαβὸς προσκυνητὴς», λοιπὸν, εἶχε ξεκινήσει γιὰ τὴν Ἰερουσαλὴμ ὥστε νὰ ξανακάνει καὶ, τελικὰ, νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ταξίδι τους. Εἶναι ἕνα τέτοιο ἐγχείρημα πράγματι ἀνόητο ἤ φανερώνει μιὰ πίστη στὴ δομὴ τῆς ζωῆς καθὼς ξεδιπλώνεται διαμέσου τῆς ἱστορίας; Εἶναι ὁ προσκυνητὴς ἕνας παλαβὸς ἤ γίνεται μάρτυρας στὴν πιθανότητα ἕνα δικὸ του [ἤ δικὸ μας] ἀνολοκλήρωτο ταξίδι νὰ μπορεῖ έπίσης νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἀπὸ ἄλλους;

Σ’ ἕνα σεμινάριο γιὰ τὴν ἀπώλεια, διαχειρίστηκα τὴ θλίψη ἀπὸ μιὰ σχεσιακὴ παρὰ ἀτομικιστικὴ πλευρὰ (Francesetti, 2011) καὶ διατύπωσα τὴν ἰδέα ὅτι ἡ διαδικασία αὐτὴ συνίστατο στὸ νὰ προσφέρουμε στὴ ζωὴ τὰ σχεσιακὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχαν ἀναπτυχθεῖ μὲ τὸν ἀποθανώντα. Ἐπιπλέον, ὑπογράμμισα τὸ γεγονὸς πὼς αὐτὴ εἶναι μιὰ ἰσχυρὴ παρόρμηση τὴν ὁποία βιώνουμε μὲ διάφορους τρόπους, νοιώθοντας, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἀνάγκη νὰ ἀκολουθήσουμε τὶς χειρονομίες, τοὺς στόχους καὶ τὴ διδαχὲς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ. Ἕνα μέλος εἶχε μιὰ σκέψη: εἶπε ὅτι ὁ παπποῦς της εἶχε πεθάνει προτοῦ γεννηθεῖ ἡ ἴδια, ἀλλὰ κανένας στὴν οἰκογένεια δὲν μιλοῦσε γι’ αὐτὸν καὶ ἡ ἴδια εἶχε τὴν κρυφὴ περιέργεια γιὰ ὅλα ὅσα τὸν ἀφοροῦσαν. Μάζεψε ὅλες τὶς πληροφορίες γιὰ τὸν παπποῦ της καὶ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα σ’ ἕνα κρυφὸ μέρος: «ἦταν μιὰ κρυφὴ ἐμμονὴ γιὰ μένα!». Ἐγκατέλειψε τὴν ἐμμονὴ αὐτὴ ὅταν ἦταν δέκα ἑπτὰ ἐτῶν, χωρὶς κάποια προφανῆ αἰτία. Μόνο πολλὰ χρόνια ἀργότερα ἀνακάλυψε πὼς ὁ πατέρας της ξεκίνησε θεραπεία ὅταν ἐκείνη ἦταν δέκα ἑπτὰ γιὰ νὰ ξεπεράσει τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του. Στὸ σεμινάριο συνειδητοποίησε ὅτι ὅταν ἦταν δέκα ἑπτὰ ὁ πατέρας της φρόντισε τὴν ἀνάμνηση τοῦ πατέρα του καὶ ἡ ἴδια ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ διατηρεῖ τὴν ἀνάμνηση τοῦ παπποῦ. Ὅπως λέει ὁ Cavaleri (2007), περιθάλπουμε τὰ σχεσιακὰ μας ἀγαθὰ. Αὐτὰ ὅμως περιλαμβάνουν καὶ τὸν πόνο τῶν σχέσεων ποὺ ἔχουμε ζήσει: φέρουμε μέσα μας τόσο τὸ καλὸ ὅσο καὶ τὸ κακὸ, ὡς ἀκτινοβολοῦσες δυνατότητες τῆς δικῆς μας παρουσίας.


[13] «Τὸ μυθιστόρημα, τὸ ποίημα, τὸ μουσικὸ κομμάτι εἶναι ὅλα προσωπικὰ, ὑπάρξεις, δηλαδὴ, στὶς ὁποῖες ἡ ἔκφραση δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὸ ἐκφραζόμενο, ἐνῶ τὸ νόημὰ τους, προσβάσιμο μόνο μέσα ἀπὸ ἄμεση ἐπαφὴ, ἐκπέμπεται χωρὶς καμμία ἀλλαγὴ στὴ χρονικὴ ἤ χωρικὴ τους κατάσταση. Εἶναι μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια ποὺ τὸ σῶμα μας εἶναι συγκρίσιμο μὲ ἕνα ἔργο τέχνης» (Merleau-Ponty, 1962, σ. 175, παρατεθειμένο στὸ Dastur, 2007, σ. 36).

Ἡ ἀκτινοβολία μας ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ ποὺ συναντᾶμε (καὶ πάντα συν-δημιουργοῦμε). Ὡστόσο, εἶναι ἐπίσης ἡ δυνητικὴ ἀκτινοβολία ποὺ ἀναβλύζει σὲ ἀκριβῆ ἀναλογία στὸν πόνο ποὺ περιθάλπουμε. Ὁ πόνος ποὺ ἔχουμε περάσει εἶναι ἡ δυνατότητα μιᾶς ἔκρηξης φωτὸς.

Ὅπως γράφει ἡ Alda Merini, ἡ ἀξία τοῦ ἑνὸς εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀξία τοῦ ἄλλου: ἡ ὀμορφιὰ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη μιᾶς πεσμένης σκιᾶς καὶ τοῦ φωτὸς ποὺ ἀπελευθερώνεται. Ἐν τέλει, ὅλοι φέρουμε μέσα μας ἀποτυπώματα πόνου ἀπὸ τὰ πεδία ποὺ ἔχουμε διασχίσει, ἀναζητώντας τὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ μετατρέψουμε τὸν πόνο σὲ ὀμορφιὰ. Ἡ διαδικασία αὐτὴ συνίσταται στὴν ἀπόσταξη τοῦ πόνου ἀπὸ τὴν ἀπουσία, τῆς ὀμορφιᾶς ἀπὸ τὸν πόνο, ἐνῶ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἡ οὐσία τῆς δουλειᾶς μας στὴν ψυχοθεραπεία. Στὴ θεραπεία δύο ἄνθρωποι συναντῶνται σ’ ἕνα δωμάτιο. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸ σκελετὸ τῆς ζωῆς τους, ἀσχολοῦνται μὲ τοὺς πληγωμένους καὶ ματαιωμένους στόχους τους ἔτσι ὥστε νὰ συνεφέρουν τὶς γυμνὲς ἴνες τοῦ μεριδίου ζωῆς ποὺ τοὺς δόθηκε, ὑφαίνοντας καινούργια νήματα. Ἐκτελοῦν τὴν ἀποστακτικὴ τελετὴ τόσο προσεκτικὰ ποὺ, ὅπως τὸ τοποθετεῖ ἕνας πελάτης μου, «μερικὲς φορὲς μπορεῖς ν’ ἀκούσεις τὸ χορτάρι νὰ μεγαλώνει». Διϋλίζουν τὸν πόνο σὰν νὰ ἦταν «ἡ μοναδικὴ μπορετὴ ἀποστολὴ τους».

Γι’ αὐτὸ ἐμπλεκόμαστε ἀναπόφευκτα στὴ διαδικασία δουλειᾶς μὲ τὴ θλίψη. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίοδος κατὰ τὴν ὁποία ὁ πόνος διϋλίζεται σὲ καινούργια ζωὴ, μέσῳ τῆς ὁποίας γίνεται ἐπεξεργασία δύο πίστεων: πρὸς τὴ ζωὴ ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ ρέει μὲ τοὺς παλμοὺς τῆς καρδιᾶς μας καὶ πρὸς τὴ σχέση μέσῳ τῆς ὁποίας ἔχουμε ζήσει, ποὺ πρέπει νὰ συνεχίσει νὰ ρέει στὶς ἀρτηρίες μας (Vázquez Bandín 2009, Francesetti 2011).

Ὁ πόνος εἶναι παρουσία, ἐνῶ ἡ ψυχοπαθολογικὴ δυστυχία ἀπουσία. Παραδόξως, ὅσο περισσότερη δυστυχία, καὶ ἄρα περισσότερη ἀπουσία καὶ μούδιασμα, τόσο περισσότερη δυνατότητα ὑπάρχει γιὰ πόνο καὶ ἄρα γιὰ παρουσία. Ὅσο περισσότερη ψυχοπαθολογικὴ δυστυχία εἶναι παροῦσα, τόσο περισσότερο προωθεῖται ὁ πόνος, ἱκανὸς νὰ λιπάνει τὸ κοινὸ ἔδαφος. Ἡ δυστυχία γίνεται ζωντανὸς πόνος καὶ καινούργια ἀνάσα ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀπαραίτητη σχεσιακὴ στήριξη γιὰ ν’ ἀναπτυχθεῖ. Ἀποδεικνύεται βλαβερὴ, ἀντίθετα, ἐκεῖ ποὺ λείπει αὐτὴ ἡ στήριξη. Φαίνεται πὼς εἶναι γενικὸς κανόνας στὴ ζωὴ νὰ μὴ μπορεῖ κάποιος νὰ διϋλίσει τὸν πόνο σὲ παρουσία. Ὅπως γράφει ὁ Πὼλ Βαλερὺ, δὲν φθάνουμε στὸν προορισμὸ μας μόνοι – μιὰ θέση σὲ εὐθεία ἀντίθεση μὲ τὴ ναρκισσιστικὴ ἐπωδὸ, «Γεννιόμαστε καὶ πεθαίνουμε μόνοι».

3.3  Μιὰ δύσκολη πρόκληση: ποιὸ τὸ σχεσιακὸ νόημα στὴν ἐπιβολὴ πόνου;

Τὶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅμως γιὰ τὸν πόνο αὐτῶν ποὺ ἐπιβάλλουν πόνο σὲ ἄλλους; Αὐτῶν ποὺ βασανίζουν, κακοποιοῦν, βιάζουν καὶ σκοτώνουν; Ποιὸ σχεσιακὸ νόημα μποροῦμε νὰ διακρίνουμε σὲ τέτοιες περιπτώσεις; Μὲ μιὰ καθαρὰ σχεσιακὴ προσέγγιση μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν οὐσιαστικὴ σκοπιμότητα μιᾶς τέτοιας πράξης: κάποιος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ τὸν πόνο ἐπιβάλλει σὲ κάποιον ἄλλο νὰ τὸν αἰσθανθεῖ. Αὐτὸς ὁ ἄλλος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὸν μετατρέψει. Τέτοιου εἴδους συμπεριφορὰ προφανῶς μᾶς προκαλεῖ αἴσθηση ἀπέχθειας, ἀφοῦ ἀντιδροῦμε στὴν ἐγγενῆ διαστροφὴ τῆς διαδικασίας: ἕνας ἀθῶος ὑφίσταται βία καὶ πόνο γιὰ νὰ μεταμορφώσει τὸν πόνο κάποιου ἄλλου. Τὰ παρακάτω λόγια τῆς Simone Weil εἶναι διαφωτιστικὰ πάνω στὸ θέμα:

Τὸ ἀθῶο θύμα ποὺ ὑποφέρει γνωρίζει τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν δήμιό του. Ὁ δήμιος δὲν τὴ γνωρίζει. Ἡ κακία ποὺ νοιώθει τὸ ἀθῶο θύμα εἶναι τοῦ δήμιου, ἀλλὰ ὁ τελευταῖος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει. Μόνο τὸ ἀθῶο θύμα μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὴν κακία μὲ τὴ μορφὴ τοῦ πόνου. Αὐτὸ ποὺ δὲν αἰσθάνεται ὁ ἐγκληματίας εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἔγκλημά του… Εἶναι τὸ θύμα ποὺ μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ τὴν κόλαση… Τὸ ὅλο ἔγκλημα εἶναι μιὰ μεταβίβαση τῆς κακίας αὐτοῦ ποὺ πράττει σ’ αὐτὸν ποὺ ὑφίσταται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πράξης (Wel, 1952, σ. 122, 124).

Γιὰ τὸν μετασχηματισμὸ τῆς ἀπουσίας σὲ πόνο καὶ ὀμορφιὰ, ἡ Weil γράφει:

Ὁ ψεύτικος θεὸς μετατρέπει τὸν πόνο σὲ βία. Ὁ ἀληθινὸς μετατρέπει τὴ βία σὲ πόνο. Ἡ ὑπομονὴ συνίσταται στὸ νὰ μὴ μετατρέπουμε τὸν πόνο σὲ ἔγκλημα. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ μετατρέψουμε τὸ ἔγκλημα σὲ πόνο… Ἡ ἁγνότητα εἶναι ἐντελῶς ἄτρωτη, μὲ τὴν ἄννοια ὅτι καμμία βία δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κάνει λιγότερο ἁγνὴ. Εἶναι, ὡστόσο, πολὺ εὐάλωτη μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κάθε ἐπίθεση κακίας τὴν κάνει νὰ ὑποφέρει, κάθε κρῖμα ποὺ τὴν ἀγγίζει μετατρέπεται μέσα της σὲ πόνο… Ἡ κακία ἐπιτελεῖται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν γνώση αὐτῆς τῆς πραγματικῆς παρουσίας. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἰσχύει ὅτι κανένας δὲν εἶναι διεστραμμένος ἐθελοντικὰ… Αὐτὸ ποὺ προσδίδει περισσότερη πραγματικότητα στὰ ὄντα καὶ στὰ πράγματα εἶναι καλὸ, αὐτὸ ποὺ τοὺς τὴν ἀφαιρεῖ εἶναι κακὸ (στὸ ἴδιο, σ. 122).

 

Ἡ ὀμορφιὰ εἶναι ἀναγκαιότητα ἡ ὁποία, παραμένοντας συνεπὴς μὲ τὸ δικὸ της δίκαιο καὶ μόνο μ’ αὐτὸ, εἶναι πειθήνια στὸ καλὸ (στὸ ἴδιο, σ. 204).

Ὁ πόνος μεταβιβάζεται μέχρις ὅτου μετασχηματιστεῖ: ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ζὰν Πὼλ Σάρτρ, δὲν ἔχει τόση σημασία αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει ὅσο τὸ τὶ κάνουμε ἐμεῖς μ’ αὐτὸ.

Τὸ νὰ θεωροῦμε τὴν ψυχοπαθολογία ἀπουσία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὴ διακρίνουμε ἀπὸ τὸν ὑπαρξιακὸ πόνο καὶ ἄρα νὰ ξεχωρίσουμε τοὺς κλινικοὺς μας χειρισμοὺς ἀπὸ τὴ συντρόφευη ἀτόμων ποὺ βιώνουν ὑπαρξιακὴ δυστυχία. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, παρ’ ὅλα αὐτὰ, τὸ σύμπτωμα εἶναι μιὰ ἀποκρυσταλλωμένη προσωπικὴ ἔκφραση μιᾶς ἀπουσίας ποὺ, μόλις ἀποδομηθεῖ στὴ θεραπεία, μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑπαρξιακὰ καὶ σχεσιακὰ γεγονότα. Μιὰ κρίση πανικοῦ, γιὰ παράδειγμα, εἶναι ἕνα ἀκατανόητο προσωπικὸ κλινικὸ σύμπτωμα, ἀλλὰ μόλις ἀποδομηθεῖ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ἄγνωστη καὶ ἀφόρητη σχεσιακὴ μοναξιὰ (Francesetti, 2007). Στὴν ψυχοπαθολογικὴ τους δυστυχία, οἱ πελάτες κουβαλᾶνε μαζὶ τους τὰ ὀδυνηρὰ σχεσιακὰ πεδία τους στὸ θεραπευτικὸ πλαίσιο μὲ τὸ αἴτημα φροντίδας ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δομὴ τῆς ζωῆς (Francesetti, 2011).

Αὐτοὶ ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ κατάθλιψη κάνουν μορφὴ τὸν πόνο ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀπουσία τοῦ ἄλλου. Φέρνουν λοιπὸν αὐτὸν τὸν πόνο ἀπὸ τὸ σχεσιακὸ πεδίο καὶ τὸν ἐκθέτουν δημόσια, βοηθώντας μας νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε καὶ νὰ τὸν θεραπεύσουμε. Ἡ θεραπευτικὴ αὐτὴ διαδικασία ἀγγίζει τὸ σχεσιακὸ πεδίο γενικὰ καὶ ἄρα τὸ φόντο ἀκριβῶς τοῦ ἴδιου τοῦ κόσμου. Κάθε τέτοια θεραπευτικὴ διαδικασία μπορεῖ δυνητικὰ νὰ προστατεύσει ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ὄντα. Οἱ πελάτες ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ κατάθλιψη (ἄν καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ κάθε ἀνθρώπινο πόνο) κουβαλᾶνε ἕνα φορτίο στοὺς προσωπικοὺς τους ὤμους ποὺ τοὺς ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ. Ὑφίστανται ἕναν πόνο ὁ ὁποῖος ἀνήκει σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἔχει μεταβιβασθεῖ μέσα απὸ τὶς σχεσιακὲς ἀλληλεπιδράσεις. Κάθε φορὰ ποὺ καταφέρνουν νὰ μετατρέψουν αὐτὸν τὸν πόνο σὲ ἐπίγνωση, σὲ πηγὴ γνώσης, σὲ δημιουργικὴ προσαρμογὴ ἤ ἀγάπη, σὲ ὁποιαδήποτε ἔκταση, θεραπεύουν τὸν πόνο ὁλόκληρου τοῦ κόσμου. Σπᾶνε τὴν ἀλυσίδα μὲ τὴν ὁποία μεταβιβάζεται ὁ πόνος διαμέσου σχέσεων καὶ γενεῶν, μὲ ἕνα ἐξαιρετικὸ ἐπίτευγμα, βασικὰ ἠθικοῦ χαρακτῆρα.

3.4  Μιὰ ὑπαρξιακὴ προσέγγιση: ἡ ὀμορφιὰ ὡς κινητήρια δύναμη τῆς ἐξέλιξης

Ἡ κλινικὴ αὐτὴ ἄποψη τοῦ πόνου καὶ ἡ ἀναζήτηση γιὰ ὀμορφιὰ ἐναρμονίζεται μὲ μιὰ ἱστορικὴ πλευρὰ τελεολογικοῦ χαρακτῆρα – μιᾶς προσέγγισης, μὲ ἄλλα λόγια, ποὺ περιλαμβάνει τὴν ἔννοια τῆς ἐξέλιξης καὶ τῶν ἐξελικτικῶν κριτηρίων. Μποροῦμε νὰ παρομοιάσουμε αὐτὴ τὴν προσέγγιση μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Alfred Whitehead (1979) σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ τελεολογία τοῦ σύμπαντος κατευθύνεται πρὸς τὴν παραγωγὴ ὀμορφιᾶς. Πρόκειται γιὰ μιὰ Δαρβινικὴ ἀντίληψη τῆς ἐξέλιξης μὲ διαφορετικὸ κριτήριο: ὁ κερδισμένος δὲν εἶναι ὁ ἱκανότερος ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ μετατρέπει καλύτερα τὸν πόνο σὲ καινούργια ζωὴ. Ἡ σύγχρονη βιολογία τονίζει πὼς θὰ πρέπει νὰ ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἄλλα κριτήρια ἐπηρρεάζουν τὴν ἐξέλιξη – τὰ κριτήρια τῆς συνεργασίας πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ σημασία τῶν ὁποίων αὐξάνεται μὲ τὸ βαθμὸ ἐξελικτικῆς πολυπλοκότητας (Keltner 2009, Nowak & Highfield 2012). Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ, αὐτὸς ποὺ ἐπιβιώνει δὲν εἶναι ὁ πιὸ δυνατὸς, ἀλλὰ ὁ ἱκανότερος νὰ δημιουργεῖ συνεργασίες, νὰ σφυρηλατεῖ δεσμοὺς. Ἂς προσπαθήσουμε ὅμως τώρα νὰ πᾶμε αὐτὴ τὴν ἰδέα ἀκόμη μακρύτερα, προτείνοντας ἕνα νέο κριτήριο τῆς ἐξέλιξης: τὴν ὀμορφιὰ. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἀνθρωπολόγος Francesco Remotti (2011), ὁ ἴδιος ὁ Δαρβῖνος ἐξεπλάγη τελικὰ ἀπὸ τὴν ποσότητα ἐνέργειας ποὺ καταναλώνουν τὰ ζῶα, καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἀνθρωπότητα, στὴν παραγωγὴ ὀμορφιᾶς. Ὁ Δαρβῖνος, ὡστόσο, ἄφησε τὸ ζήτημα τῆς ἐξελικτικῆς σημασίας αὐτῆς τῆς ἀδιάλειπτης προσπάθειας, ποὺ ἐπίσης κοστίζει ζωὲς, ἀναπάντητο. Ἀπὸ τὴν ἄποψη ποὺ παρουσιάζω ἐδῶ, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιβεβαιώσουμε πὼς ἡ ζωὴ μας εἶναι φτιαγμένη γιὰ άπόσταξη καὶ δημιουργία ὀμορφιᾶς. Αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς κάνει νὰ ἐπιβιώνουμε. Εἶναι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴ ζωὴ μας γιατὶ ἀνήκει καὶ ταυτόχρονα δὲν ἀνήκει σὲ μᾶς. Δημιουργεῖται μαζὶ μὲ τὸν ἄλλο καὶ ὁ ἄλλος θὰ τὸ μεταφέρει παραπέρα, μαζὶ μὲ μᾶς, καθὼς ἔχει γίνει σάρκα καὶ ὀστὰ μὲ τὸ ὁποῖο ζωογονεῖται. Θὰ εἶναι γόνιμο κάθε ἑπόμενη στιγμὴ ἐπαφῆς. Θὰ ἐγγυᾶται τὴν παρουσία μας ἀκόμη καὶ στὴν ἀπουσία μας: Αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἔχουμε συν-δεσμευθεῖ μᾶς ὑπερβαίνει γιὰ πάντα. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν πόνο στὴν ὀμορφιὰ εἶναι, ὄντως, πέρασμα ἐπίσης ἀπὸ ἕνα ἄτομο σὲ μιὰ σχέση: ἐνῶ ὁ πόνος εἶναι τοῦ ἀτόμου, ἡ ὀμορφιὰ συν-δημιουργεῖται.

Γιατὶ νὰ μὴ θεωροῦμε τὴ γέννηση τῆς ὀμορφιᾶς κινητήρια δύναμη τῆς ἐξέλιξης; Και, ὅπως ὁ Whitehead, νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἐξέλιξη ὡς δημιουργικὴ ἀπόσταξη πόνου σὲ ὀμορφιὰ στὴν ὁποία ἐμπλεκόμαστε ὅλοι;

Μιὰ πελάτισσα, ποὺ εἶχε κακοποιηθεῖ σοβαρὰ ὅταν ἦταν παιδὶ, μοῦ εἶπε μιὰ μέρα μὲ μεγάλη ὀργὴ: «Τὶ μπορεῖς νὰ κάνεις; Τὶ νομίζεις πὼς μπορεῖς νὰ κάνεις; Μπροστὰ σ’ ὅλη τὴν ἀχρειότητα τοῦ κόσμου δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις τίποτα! Αὐτὸ ποὺ κάνεις εἶναι ἄσχετο μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴ φρίκη!» Ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχε δίκιο. Ὡστόσο, ἦταν ἡ ἴδια ποὺ, μερικὰ χρόνια ἀργότερα, περιέγραψε τὴ θεραπεία συσχετίζοντάς την μὲ τὴν ἀπόσταξη στὴν ὁποία ἀναφέρθηκα προηγουμένως: ὡς διαδικασία ἀπόσταξης πόνου ἀπὸ τὴν ἀπουσία καὶ κατόπιν ζωῆς ἀπὸ τὸν πόνο. Τὸ γεγονὸς ὅτι μπορεῖ νὰ γινόμαστε μάρτυρες τῶν θαυμάτων τῆς ζωῆς κάθε μέρα καὶ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ «μοναδικὴ καὶ δυνατὴ ἀποστολὴ» μας, εἶναι μιὰ ἰδέα ποὺ ἐκπέμπει ἕνα ἀπώτερο καὶ θεμελιῶδες νόημα στὶς καθημερινὲς θεραπευτικὲς μας δραστηριότητες. Μὲ τὰ λόγια τῆς πελάτισσάς μου: «Διϋλιση: μιὰ ἀρχαία καὶ μυστηριώδης τέχνη. Ὅμως αὺτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ καὶ δυνατὴ ἀποστολὴ μας. Διϋλίζουμε τὸν πόνο γιὰ νὰ γευτοῦμε τὴν εὐωδία τῆς χαρᾶς».

Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἀνακαλεῖ ἐπίσης ἕνα βασικὸ ὑπαρξιακὸ ζήτημα γιὰ τὸ ὁποῖο ἐνδιαφέρονταν πολὺ οἱ ἱδρυτὲς τῆς Gestalt (Laura Perls 1992, Goodman 1968a, 1968b): τὸ κρίσιμο ζήτημα τῆς θεοδικίας:[14] «unde malus?» (πόθεν τὸ κακὸ;). Εἶναι ἡ ἐρώτηση ποὺ ἔθεσε ὁ Ἰώβ, ὁ ἀθῶος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς πῆρε τὰ πάντα: τὴν ὑγεία του, τὰ παιδιὰ του καὶ τὴν περιουσία του (Poma, 2005). Ἄν ὁ Θεὸς εἶναι πανάγαθος καὶ παντοδύναμος, γιατὶ θὰ πρέπει ὁ καλὸς νὰ ὑποφέρει; Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀνήκει σὲ ὅλους μας ὅταν βρεθοῦμε σὲ κατάσταση δυστυχίας.

Μιὰ πιθανὴ καὶ ριζοσπαστικὴ ἀπάντηση εἶναι ὅτι χωρὶς τὸ κακὸ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ προκύψουν οἱ καρποὶ τῆς μετατροπῆς ποὺ συμβαίνει μὲ τὴν διΰλιση τῆς δυστυχίας σὲ ὀμορφιὰ, τῆς ἀπουσίας σὲ παρουσία. Μέσα ἀπ’ αὐτὴ τὴ διαδικασία, δημιουργεῖται μιὰ εἰδικὴ καὶ μοναδικὴ ποιότητα ἀγάπης, ποὺ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ μόνο σὲ ὁρισμένα ὄντα, ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Κανένας θεὸς, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς παντοδυναμίας του, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παράγει αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Στὴν πραγματικότητα, ἄν ὑπάρχει κάποιος θεὸς μᾶς χρειάζεται γιὰ νὰ τὴν παράγουμε ἐμεῖς γι’ αὐτὸν. Ἡ δημιουργία ἀγάπης ἀπὸ στεῖρο πόνο εἶναι δυνατὴ μόνο ἀπὸ ἕνα ὄν οὐσιαστικὰ βυθισμένο σ’ αὐτὸν, καὶ ἄρα σὲ θέση νὰ τὸν διϋλίσει. Ἡ ἄποψη αὐτὴ ἀποκαλύπτει μιὰ προσπάθεια στὴν ὁποία συμβάλει ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα: τὴν παραγωγὴ μιᾶς μοναδικῆς ἀγάπης ποὺ μόνον ἐμεῖς εἴμαστε σὲ θέση νὰ δημιουργήσουμε. Καὶ, στὸ βαθμὸ ποὺ εἴμαστε προδιατεθειμένοι νὰ ἀναζητοῦμε τὴν ὀμορφιὰ, ἀναπόφευκτα εἴμαστε δημιουργικοὶ. Μὲ τὰ λόγια τῆς Bhagavad Gita (4:11): «Ὁπουδήποτε κι ἄν εἶναι, οἱ ἄνθρωποι ἀκολουθῦν τὰ βήματὰ μου».

Τὰ παρακάτω ἀποσπάσματα τοῦ Emmanuel Mounier (1995), ἡ κόρη τοῦ ὁποίου προσβλήθηκε ἀπὸ ἐγκεφαλίτιδα καὶ ἔμεινε σὲ κατάσταση φυτοῦ ὅταν ἦταν ἑπτὰ μηνῶν, μοῦ φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦν ἐξαιρετικὴ ἔκφραση μιᾶς συνάντησης μὲ τὸν πόνο καὶ τῆς μεταμορφωτικῆς της δύναμης. Καθὼς βιώνει ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ὑπαρξιακοὺς πόνους, ὁ Mounier γράφει:

11 Ἀπριλίου 1940: Αἰσθάνομαι ὅπως κι ἐσὺ μιὰ τεράστια κόπωση καὶ ἡρεμία ἀνακατεμένες. Αἰσθάνομαι σὰν τὸ πραγματικὸ καὶ τὸ θετικὸ μᾶς προσφέρονται μὲ τὴν ἡρεμία τῆς ἀγάπης στὴν κόρη μας, ποὺ μεταμορφώνεται γλυκὰ σὲ μιὰ προσφορὰ, σὲ μιὰ ὑπερβατικὴ τρυφερότητα ποὺ εἶναι κομμάτι δικὸ της καὶ ἐπιστρέφει σ’ αὐτὴν καὶ μᾶς μεταμορφώνει μαζὶ της. Μοῦ φαίνεται πὼς ἡ κόπωση ἀνήκει μόνο στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι τόσο εὔθραυστο ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιὰ, καὶ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς πὼς ὅ,τι ἦταν σύνηθες, κτητικὸ γιὰ μᾶς ὡς πρὸς τὴν κόρη μας, ὁλοκληρώθηκε τώρα μ’ ἕνα πιὸ ὄμορφο εἶδος ἀγάπης (σ. 62)

28 Αὐγούστου 1940: Αἰσθάνθηκα μιὰ λύπη ποὺ μὲ ἄγγιξε βαθειὰ, ἄλλὰ ἦταν πιὸ ἐλαφριὰ καὶ σὰν νὰ εἶχε μεταμορφωθεῖ. Καὶ δὲν μπορῶ νὰ περιγράψω τὴν ἀντίδρασὴ μου σ’ αὐτὴ σὰν κάτι ἄλλο ἀπὸ λατρεία (σ. 66).

[14] Ὁ ὅρος θεοδικία, ποὺ ἐπινόησε ὁ Leibniz, ἀναφέρεται σ’ ἕναν κλάδο τῆς θεολογίας. Τὸ ἐτυμολογικὸ της νόημα προέρχεται ἀπὸ τὶς ἑλληνικὲς λέξεις θεὸς καὶ δίκη [δικαιοσύνη]. Μὲ ἄλλα λόγια, διαπραγματεύεται τὸ «δόγμα τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ». Ὁ Leibniz χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο θεοδικία ἀναφερόμενος στὸ δόγμα τῆς δικαίωσης τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στὸ κακὸ μὲ τὴ δημιουργία.

4.  Αἰσθητικὴ ἠθικὴ: ἦθος καὶ πόλις ὡς ἀφετηρία καὶ ὁρίζοντας τῆς αἰσθητικῆς

  Ἡ ὀμορφιὰ εἶναι ἀναγκαιότητα ἡ ὁποία, παραμένοντας συνεπὴς μὲ τὸ δικὸ της δίκαιο καὶ μόνο μ’ αὐτὸ, εἶναι πειθήνια στὸ καλὸ (S. Weil)

Εἴδαμε πῶς ἡ ὀμορφιὰ βρίσκεται στὸν πυρῆνα τῆς ψυχοθεραπείας Gestalt, καὶ τὴ σχέση μεταξὺ αἰσθητικῆς, ψυχοπαθολογίας καὶ θεραπευτικῆς πράξης. Σκιαγραφήσαμε ἐπίσης κάποιες βάσεις γιὰ τὸ συνυπολογισμὸ τοῦ αἰσθητικοῦ κριτηρίου ὡς ὁδηγοῦ στὸν θεραπευτικὸ στόχο (Bloom 2010, 2011). Ἄς δοῦμε τώρα τὶ εἴδους σχέση μπορεῖ νὰ χαραχθεῖ ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς τὶς ἔννοιες καὶ τὴν ἠθικὴ διάσταση τῆς ψυχοθεραπεία. Ἀπὸ τὸ ξεκίνημὰ της ἤδη, ἡ προσέγγισὴ μας ὑπῆρξε ἐνσάρκωση ἑνὸς ὁράματος ποὺ ἦταν, μεταξὺ ἄλλων, κοινωνικὸ, ἠθικὸ καὶ πολιτικὸ. Τὶ σχέση μπορεῖ νὰ ἐξιχνιασθεῖ στὴ θεραπεία Gestalt μεταξὺ αἰσθητικῆς καὶ ἠθικῆς, μὲ τὴν ἠθικὴ αὐτὸ ποὺ καθοδηγεῖ ὅλες μας τὶς πράξεις, συμπεριλαμβανομένης τῆς θεραπευτικῆς; Καὶ ποιὰ ἡ σχέση μεταξὺ θεραπευτικῆς πράξης καὶ κοινότητας;

Διαπιστώσαμε ὅτι τὸ ἄγγιγμα τῆς ὀμορφιᾶς στὸ ὅριο ἐπαφῆς σημαίνει ἤδη προσανατολισμὸ πρὸς τὴ δράση. Οὐσιαστικὰ, εἶναι ἤδη δράση καθ’ ἑαυτὴν. Ἐδῶ, ἡ διάγνωση καὶ ἡ θεραπεία συμπίπτουν. Ἀκριβῶς ὅπως μποροῦμε νὰ προσδιορίσουμε μιὰ ἐξωγενῆ καὶ μιὰ ἐνδογενῆ διαγνωστικὴ διαδικασία (Francesetti & Gecele 2009, 2010), τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅσον ἀφορᾶ μιὰ ἐξωγενῆ καὶ μιὰ ἐνδογενῆ ἠθικὴ. Ἡ πρώτη καθοδηγεῖ τὴ θεραπευτικὴ μας συμπεριφορὰ στὴ βάση κατευθυντηρίων γραμμῶν καθορισμένων ἀπὸ τὴν ἐπαγγελματικὴ κοινότητα σὲ κανόνες καὶ κώδικες πρακτικῆς. Ἡ δεύτερη ἀναδύεται ὡς προσανατολισμὸς κατευθείαν ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ (Bloom). Ἡ αἰσθητικὴ ἀποτίμηση ἀποτελεῖ ἤδη προσανατολισμὸ στὴ θεραπευτικὴ πρακτικὴ: δὲν ἔχουμε καμμία ἀνάγκη ἐξωτερικῆς ἀναφορᾶς γιὰ νὰ ξέρουμε τὶ νὰ κάνουμε στὴ συνάντηση. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ, ὅπως παρατηρεῖ ὁ/ἡ Sichera (2001), παραθέτοντας τὸν Ἀριστοτέλη, ἡ θεραπευτικὴ μας δουλειὰ εἶναι ἡ φρόνησις. Δὲν εἶναι ἐπιστήμη (δηλαδὴ δὲν ἀπορρέει ἀπὸ γενικὲς ἀρχὲς στὴ βάση τῶν ὁποίων ἀποφασίζουμε τὶ νὰ κάνουμε σὲ μιὰ δεδομένη στιγμὴ, ὅπως ἴσως ἕνας μαθηματικὸς), οὔτε τέχνη (δὲν ἀναπαράγουμε μιὰ δοκιμασμένη τεχνικὴ, ὅπως ἴσως ἔνας τεχνίτης). Ἡ θεραπευτικὴ πρακτικὴ εἶναι φρόνηση – ἡ ἱκανότητα νὰ δρᾶς κατάλληλα στὴ βάση τοῦ νέου προσανατολισμοῦ ποὺ ἀναδύεται ἀπὸ κάθε καινούργια κατάσταση. Κάθε ἐνέργεια, μὲ τὴ σωστὴ της θεραπευτικὴ συμπεριφορὰ, τὸ ἦθος της, τὴν καλοσύνη της, ἀναβλύζει ἀπὸ αἰσθητικὴ ἀποτίμηση στὸ ὅριο ἐπαφῆς. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ, ὅταν ἐμπλεκόμαστε σὲ μιὰ ἐπιδίωξη ἡ ὀμορφιὰ τῆς ὁποίας μᾶς ἀγγίζει, νοιώθουμε ἀμέσως πὼς αὐτὸ ποὺ συμβαίνει εἶναι καλὸ καὶ ἀληθινὸ. Βιώνοντας τὴν ὀμορφιὰ μὲ τέτοιο τρόπο – δηλαδὴ ὄχι ἀντικειμενικὰ ἀλλὰ ἀναδυόμενη καὶ σχεσιακὴ – τὸ ὄμορφο συμπίπτει μὲ τὸ καλὸ καὶ ἀληθινὸ. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες μέχρι τὸν πολιτισμὸ μας, καθὼς καὶ στὶς γλῶσσες πολλῶν ἄλλων, ὅπως ἡ κινεζικὴ (Cheng, 2009) καὶ ἡ ἑβραϊκὴ,[15] οἱ λέξεις ὀμορφιὰ, καλοσύνη καὶ ἀλήθεια ὄχι μόνον ἔχουν σχέση μεταξὺ τους ἀλλὰ καὶ ἐμπλέκονται ἀκατάλυτα ἡ μὶα μὲ τὴν ἄλλη μέχρι τοὺ σημείου νὰ συμπίπτουν. Ἡ ἰταλικὴ λέξη bello (ὄμορφο) προέρχεται ἀπὸ τὰ λατινικὰ ὡς ὑποκοριστικὸ τοῦ bonus – καλὸ. Καὶ δὲν εἶναι ἴσως ἀβάσιμη τύχη ὅτι στὴν ψυχοθεραπεία Gestalt ἀναφερόμαστε στὴν «καλὴ μορφὴ».

Ὅπως παρατηρεῖ ἡ Περλς, ἡ καλὴ μορφὴ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴ δέσμευση: ἀπὸ τὴ δέσμευσὴ μας νὰ ἔρθουμε σὲ ἐπαφὴ, μιὰ ἐπαφὴ ἀπὸ τὴ δικὴ μας δημιουργία ἐνέργειας καὶ ἐπιθετικότητας – τῆς προθυμίας μας νὰ ἀποδομήσουμε καὶ νὰ ἀφήσουμε τὸν ἑαυτὸ μας νὰ ἀποδομηθεῖ, νὰ ἀποδεχθοῦμε τὰ ὅρια καὶ τοὺς περιορισμοὺς τῆς κατάστασης, νὰ τὰ ἀναλάβουμε ὥστε νὰ τὰ μετασχηματίσουμε δημιουργικὰ. Ὅλα αὐτὰ κάνουν τὴ θεραπεία Gestalt βιωματικὴ, πειραματικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ (Laura Perls 1992, Bloom προσεχῶς).

Ἡ κατάλληλη ἐνέργεια ποὺ αναδύεται ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ τῆς στιγμῆς δὲν γεννιέται τυχαῖα οὔτε σὲ ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο: τὸ φόντο ἐμπλέκεται ἐπίσης. Ὅσο περισσότερο τὸ φόντο εἶναι πλούσιο στὸ ἴζημα τῆς ἐμπειρίας τοῦ θεραπευτῆ, τῆς θεωρητικῆς του προσέγγισης, τῆς σχέσης του μὲ τὴν ἐπαγγελματικὴ κοινότητα κ.τ.λ., τόσο περισσότερο θὰ εἶναι σὲ θέση νὰ καλλιεργήσει τὴν παρουσία του. Ὅλα αὐτὰ λειτουργοῦν ὡς ἀπαραίτο τρῖτο μέρος, ποὺ τρέφει καὶ κρατᾶ σὲ σταθερότητα τὸν θεραπευτὴ, ὥστε νὰ μὴ χαθεῖ, εἴτε σὲ μιὰ ναρκισσιστικὰ βάναυση μορφὴ θεραπείας εἴτε σὲ μιὰ συμβολὴ τύπου folie à deux μὲ τὸν πελάτη. Ἡ ἐνδογενὴς ἠθικὴ εἶναι τὸ δίδυμο τῆς ἐνδογενοῦς ἀποτίμησης. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ, μποροῦμε νὰ ἀξιώσουμε μιὰ αἰσθητικὴ ἠθικὴ στὴ θεραπεία Gestalt, στὴν ὁποία αἰσθάνομαι σημαίνει πράττω, αἴσθησις σημαίνει ποίησις. Καὶ τὰ δύο ἀναβλύζουν ἀπὸ τὴ γέννηση τῆς ἐμπειρίας, ὅπου τὰ ὑποκείμενα σχηματίζουν τὸν ἑαυτὸ τους καὶ παράγουν τὴ μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ἐπαφὴ τους. Ἡ ἠθικὴ εἶναι ἐγγενῶς ἀνσωματωμένη στὴν κατάσταση. Ἡ δικὴ μας ἠικὴ εἶναι ἐγκατεστημένη ἠθικὴ (Bloom, προσεχῶς).

Θεωρώντας ὅτι ἡ θεραπευτικὴ κατάσταση σχηματίζεται – πάντοτε καὶ ἀναπόφευκτα – ἀπὸ τὸ τρῖτο μέρος ποὺ εἶναι παρὸν ὡς φόντο, ἐρχόμαστε, τελικὰ, στὴ σχέση της μὲ τὴν πολιτικὴ, καθὼς ἡ πόλις ἀντιπροσωπεύει κατ’ ἐξοχὴν τὸ τρῖτο μέρος. Καὶ εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ διασώζει τὴν ψυχοθεραπεία ἀπὸ δύο κινδύνους τῆς ἐποχῆς μας: τὴν ἀναγωγὴ τῆς ψυχῆς εἴτε σὲ βιολογικὸ εἴτε σὲ μυστηριῶδες φαινόμενο.

[15] Εὐχαριστῶ τὴν Nurith Levi ποὺ ἑστίασε στὴν ἑβραϊκὴ λέξη «Yoffi», ἡ ὁποία σημαίνει τόσο ὀμορφιὰ ὅσο καὶ καλοσύνη.

4.1 Πρώτη μορφὴ ἀναγωγισμοῦ: ἡ ψυχὴ ὡς ἀτομικὸ βιολογικὸ γεγονὸς

Τὸ πρῶτο εἶδος ἀναγωγισμοῦ εἶναι προκατειλημμένο μὲ διάφορα ἐπιστημονικὰ σχήματα – φαρμακοθεραπευτικὸ, στατιστικὸ, διαγνωστικὸ ἤ σχετιζόμενο μὲ βιολογικὰ δεδομένα. Αὐτὰ περιλαμβάνουν τὴν πρόσφατη «νευρο-μανία», ὅπως ὀνομάστηκε ἀπὸ τοὺς Legrenzi καὶ  Umiltà (2009), δύο νευροεπιστήμονες ποὺ ἐφιστοῦν τὴν προσοχὴ στὶς πρόσφατες ἀπόπειρες νὰ ἐξηγήσουμε ὅλα τὰ ἀνθρώπινα φαινόμενα καὶ συμπεριφορὲς ἀναγάγοντάς τες σὲ νευρωνικὰ κυκλώματα. Ὅπως ἔχει τονίσει ἔντονα ὁ Luciano Mecacci, ἕνας ἄλλος νευροεπιστήμονας ποὺ σπούδασε κοντὰ στὴν νομπελίστα Luria, ἡ πλειοψηφία τῆς νευροεπιστημονικῆς ἔρευνας δὲν προσθέτει τίποτα στὴ γνώση μας γιὰ τὴν ψυχολογία. Μᾶλλον περιγράφει ἁπλῶς τοὺς βιολογικοὺς συσχετισμοὺς διαδικασιῶν τὶς ὁποῖες ἡ ψυχολογία ἔχει ἤδη περιγράψει.[16] Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ νευροεπιστήμονες ἀποκάλυψαν τὶς κακοποιήσεις τοῦ κλάδου τους στὸ ψι-πεδίο μαρτυρᾶ σαφῶς τὴν ὕπαρξη ἑνὸς πειρασμοῦ πρὸς τὸν βιολογικὸ ἀναγωγισμὸ. Πολὺ συχνὰ τὰ νευροεπιστημονικὰ εὑρήματα χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ ἐξηγήσουν πράγματα ποὺ ξέρουμε ἤδη, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ κάτι νέο, ἤ γιὰ νὰ παρουσιάσουν χωρὶς λόγο δεδομένα σὲ διαφορετικὸ ἐπίπεδο. Μὲ τὴν κριτικὴ αὐτὴ δὲν ἐννοῶ ὅτι ἀμφισβητῶ τὴ νευροεπιστημονικὴ ἔρευνα – ἡ ὁποία στὴν πραγματικότητα κάνει πολλὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴ θεωρία Gestalt – καθαυτὴν. Θὰ συνιστοῦσα ὅμως προσοχὴ στὶς πλευρὲς τῆς ἐπιστημολογικῆς ὀλισθηρότητας ἀπὸ τὴν ὁποία συνοδεύεται μερικὲς φορὲς. Γιὰ παράδειγμα, ὑπάρχει μιὰ τάση ἕνα φαινόμενο νὰ θεωρεῖται «ἀληθινὸ» ἄν ἔχει κάποιο μετρήσιμο βιολογικὸ συσχετισμὸ, ἐπειδὴ μόνον ἄν κάτι εἶναι ἀνιχνεύσιμο ἀπὸ κάποιον τρῖτο εἶναι καὶ ἀληθινὸ, ἐνῶ τὸ ἄμεσο βίωμα δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ τὴν ἀντίληψη ἐμπειρικῶν φαινομένων (Skonick Weisberg et al.2008, Gallagher & Zahavi 2009, Spanguolo Lobb & Francesetti 2010a, 2010b). Ὅπως γράφουν οἱ Monti καὶ Motterlini:

Πίσω ἀπὸ τὴν ἕλξη τῆς νευρο-φλυαρίας δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν παμπάλαια παγίδα τοῦ ἀναγωγισμοῦ. Ἡ νευροεπιστήμη τῶν νευρο-εικόνων μᾶς σαγηνεύει μὲ τὴν αὐταπάτη πὼς εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ ἴχνη (καὶ ἄρα νὰ ἐξηγήσουμε) ἑνὸς ψυχολογικοῦ μακρο-φαινομένου μέχρι τὰ νευρωνικὰ του μικρο-συστατικὰ, ἕνα συμπεριφορικὸ φαινόμενο μέχρι τὴ χειροπιαστὴ καὶ ὑλικὴ βάση του. Συνεπῶς, δὲν προσφέρει ὁποιαδήποτε κατανόηση καθὼς ἡ ψευδαίσθηση περὶ τούτου, ποὺ παράγεται συγχέοντας τὸ ἐπίπεδο περιγραφῆς – δηλ. τῆς εἰκόνας – μ’ ἐκεῖνο τῆς ἐξήγησης… Πράγματι, καθὼς ἀτενίζουμε γοητευμένοι ἀποτελέσματα μὲ τὴ μορφὴ πολύχρωμων εἰκόνων τοῦ ἐγκεφάλου, εἶναι σημαντικὸ νὰ μὴν ξεχνᾶμε νὰ κρατᾶμε τὸ διακόπτη τοῦ δικοῦ μας ἐγκεφάλου ἀνοιχτὸ (2012, σ. 29).

Ἄν ξεχάσουμε ὅτι «δὲν εἴμαστε ὁ ἐγκέφαλὸς μας» – δηλ. ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὶς ἐμπειρίες ποὺ ἔχουμε χωρὶς τὸ σῶμα καὶ τὸν κόσμο – αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση νευρωνικῶν συσχετισμῶν τῶν ἐμπειριῶν καταλήγει νὰ ἀντιπροσωπεύει μιὰν ἄτοπη ἀναγωγὴ τῆς ζωῆς σὲ ἡλεκτρο-χημικὰ κυκλώματα. Ἡ παρουσία τοῦ τρίτου κοινωνοῦ – τοῦ πάντα παρόντος κόσμου στὸ φόντο, ἐμπλεκόμενου καὶ συνεπαγόμενου κάθε στιγμὴ στὶς ἐπαφὲς μας – μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀποφύγουμε νὰ πέσουμε σὲ τέτοιου εἴδους ἀναγωγισμὸ.


[16] Ἀνακοίνωση στὸ Expert Meeting τῆς FIAP (Ἰταλικὴ Ὁμοσπονδία Ψυχοθεραπευτικῶν Ἐταιρειῶν), Ρώμη, 6 Μαϊου 2011.

4.2 Δεύτερη μορφὴ ἀναγωγισμοῦ: ἡ ψυχὴ ὡς μυστηριῶδες γεγονὸς

Τὸ ἄλλο εἶδος ἀναγωγισμοῦ, ἴσως πιὸ ἐπικίνδυνου γιατὶ εἶναι λιγότερο εὐδιάκριτο, ὄντας ἐγγενὲς στὴν ἴδια τὴ γέννηση τῆς ψυχοθεραπείας, ἀναγάγει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀτόμου καὶ τὴ συνάντηση μαζὶ της σὲ ὁτιδήποτε συμβαίνει στὸ χῶρο θεραπείας. Ἡ ἔμψυχη ζωὴ μας (ἐτυμολογικὰ, ὑποδηλώνοντας αὐτὸ ποὺ μᾶς κινητοποιεῖ, μᾶς ζωογονεῖ), ἀντίθετα, ἀποκτᾶ ὑπόσταση ὡς ἀναδυόμενο φαινόμενο στὴ σχέση. Ὡστόσο, εἶναι ἐπίσης ἀναγωγικὸ νὰ θεωροῦμε ὅτι ἡ ψυχὴ ἀναδύεται ἀπὸ μιὰ δυαδικὴ σχέση. Ἡ δυαδικὴ σχέση, μὲ τὴ σειρὰ της, ἀποκτᾶ τὴν ὑπόσταση καὶ τὰ ὅριὰ της ὄντας ριζωμένη σὲ ἕνα τρῖτο μέρος-ὑπόβαθρο, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ: ἀπὸ τὴν πόλιν μὲ τὶς μυριάδες καὶ, πολλὲς φορὲς, σημαντικὲς παραλλαγὲς της. Οἱ ἐμπειρίες φανερώνονται σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, τρέφονται ὅμως ἀπὸ ὁλόκληρο τὸν κόσμο.

Στὴ θεραπευτικὴ μας πρακτικὴ, ὑποστηρίζουμε καὶ ἀποστάζουμε τὴν ὀμορφιὰ, ἀλλὰ ἐπιστρέφοντας στὴν ἀντίρρηση τῆς πελάτισσάς μου ποὺ προαναφέρθηκε, αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἔχει σημασία μόνον ἄν δὲν ξεχάσουμε τὶ συμβαίνει ἐκεῖ ἔξω. Ἄν ὁ θεραπευτὴς συμφωνήσει νὰ φροντίσει τὴν ψυχὴ μέσα στὸ γραφεῖο του χωρὶς νὰ ἀναρωτηθεῖ γιὰ τὴ σημασία αὐτῆς τῆς δραστηριότητας σ’ ἕνα εὐρύτερο, παγκόσμιο πλαίσιο, στερεῖται ἐπίγνωσης τοῦ κοινωνικοῦ του ρόλου καὶ ἴσως καταλήξει ἀκόμα καὶ στὴ συντήρηση τῆς ὑπάρχουσας κατάστασης, μὲ τὸ νὰ γίνει συνένοχος στὸ νὰ κρατάει τὴν ψυχὴ ἀπομονωμένη καὶ ἀποκομμένη ἀπὸ τὸν κόσμο, χτίζοντάς της ἕνα χρυσὸ κλουβὶ μέσα στὴ θεραπευτικὴ πρακτικὴ. Θὰ ἀποτύχει ἔτσι νὰ εἶναι συνεπὴς στὴν πολιτικὴ δέσμευση τῆς ψυχοθεραπείας, τὴν ὁποία ἡ Laura Perls συνόψισε λέγοντας πὼς «ἡ πραγματικὴ ψυχοθεραπεία εἶναι μὲ κάποιο τρόπο πάντα ἀνατρεπτικὴ τῆς ὑπάρχουσας κατάστασης». Ἡ ψυχανάλυση θεωρήθηκε ἀπὸ ὁρισμένους ὡς ἀπαραίτητη ἐκδήλωση μιᾶς κουλτούρας τοῦ δεκάτου ἐννάτου αἰώνα ποὺ χρειαζόταν χῶρο γιὰ ἐκεῖνες τὶς πλευρὲς ψυχικῆς ζωῆς ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐκφραστοῦν στὴν κοινωνία καὶ προκαλοῦσαν ἀμηχανία. Ἡ ψυχανάλυση μπορεῖ λοιπὸν νὰ θεωρηθεῖ ὡς κοινωνικὸ ἐργαλεῖο προσαρμογῆς τῆς κοινωνίας στὸν ἀστικὸ πολιτισμὸ. Πέρα ἀπὸ τὰ διάφορα θέματα ποὺ παραβλέπει αὐτὴ ἡ ἀνάγνωση, εἶναι ἀλήθεια πὼς ἄν ἡ ψυχοθεραπεία χάσει τὴ συνειδητὴ της σύνδεση μὲ τὸ τρῖτο μέρος, ἄν δὲν ἔχει ἐπίγνωση τῆς κοινωνικῆς της θέσης, διακινδυνεύει σήμερα νὰ μεταβληθεῖ σὲ συνένοχο μιᾶς καταναλωτικῆς κοινωνίας ποὺ ἀποκλείει ξανὰ τὴν αὐθεντικὴ ζωτικότητα ἀπὸ τὸν κόσμο, προστατεύοντάς τον μὲ τὸ νὰ ὀρθώνει μιὰ θαυμαστὴ ἀνάπαυση, ἐνῶ ὁ κόσμος χρειάζεται τὴ δημιουργικότητα. Πῶς μπορεῖ νὰ ἐπανασυνδεθεῖ ἡ θεραπεία Gestalt μὲ τὴν πολιτικὴ ὁρμὴ ποὺ σημάδεψε τὴ γέννησὴ της; Ἴσως ἡ ἀπάντηση εἶναι νὰ ἐπιμείνει σὲ μεγαλύτερη ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στὴ θεραπευτικὴ πρακτικὴ καὶ τὸν κόσμο: νὰ βγάλει τὴν ψυχοθεραπεία ἀπὸ τὸν κλειστὸ χῶρο τῆς σχέσης τῶν δύο καὶ τοῦ κόσμου μέσα στὴ θεραπεία. Ἐκτὸς τῆς ἐπίγνωσης τοῦ πολιτικοῦ ρόλου ποὺ παίζουμε (Robine, 2012), μιὰ ἄλλη συγκεκριμένη λύση μπορεῖ νὰ εἶναι ν’ ἀρχίσουμε ξανὰ τὴν ὁμαδικὴ δουλειὰ, ἀπὸ μικρὲς ὁμάδες μέχρι τὶς Ὁμάδες Ἑστίασης στὴ Ζωὴ στὶς ὁποῖες ἀναφέρεται ὁ Ervin Polster (2007). Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τῆς κοινωνικῆς ἀποσύνδεσης, οἱ ὁμάδες αὐτογνωσίας ἀποδεικνύονται κατάλληλες ὅπως τὴ δεκαετία τοῦ 70. Ὑπάρχει, ὡστόσο, ἡ βασικὴ διαφορὰ ὅτι, τὴ δεκαετία τοῦ 70, οἱ ὁμάδες ἐκεῖνες ἀνταποκρίνονταν στὴν παρόρμηση γιὰ ἔκφραση ὑποκειμενικῶν ἐμπειριῶν καὶ ἐλευθερίας. Σήμερα, ἡ παρόρμηση εἶναι ριζικὰ διαφορετικὴ: ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ βιώματος τῶν διασυνδέσεων, τῶν δικτύων στὰ ὁποὶα ἀνήκει κανεὶς καθὼς καὶ τῶν περιορισμῶν του καὶ, μέσῳ ὅλων αὐτῶν, τῆς ἀνακάλυψης νέων μονοπατιῶν καὶ τῆς δύναμης καὶ τοῦ δικαιώματος δράσης μέσα στὸν κόσμο. Μιὰ ἄλλη προσέγγιση εἶναι ἴσως ἡ δουλειὰ σὲ δημόσια ἱδρύματα, ὅπως τὰ σχολεῖα. Γιατὶ νὰ περιοριζόμαστε στὴ διαχείριση ἑνὸς ἐφήβου μὲ κρίση πανικοῦ ὅταν, μετὰ ἀπὸ πολλὲς ἀντιξοότητες, καταλήγει στὸ γραφεῖο μας, ἀντὶ νὰ πᾶμε κατευθείαν σὲ σχολεῖα καὶ νὰ διδάσκουμε τοὺς μαθητὲς ὅτι, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ τοὺς φόβους τους καθὼς βγαίνουν στὸν κόσμο, τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται εἶναι νὰ προστατεύουν καὶ νὰ καλλιεργοῦν τὰ δίκτυα στὰ ὁποῖα ἀνήκουν (Francesetti, 2007); Κι ἀκόμα πρὶν ἀπ’ αὐτὸ, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐκπαιδεύσουμε τὰ παιδιὰ νὰ ἀναγνωρίζουν καὶ νὰ τιμοῦν τὶς αἰσθήσεις τους, τὶς ἐμπειρίες καὶ τοὺς ρόλους τους καὶ νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐπίγνωση αὐτὴ ζώντας μὲ τοὺς ἄλλους. Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν πρακτικὴ Gestalt σὲ ὀργανισμοὺς καὶ στὸν κόσμο τῆς ἐργασίας. Ἡ θεωρητικὴ προσέγγιση στὴ θεραπεία Gestalt εἶναι μεγαλύτερο καὶ εὐρύτερο πεδίο ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ψυχοθεραπεία Gestalt. Σ’ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, εἶναι τελικὰ σημαντικὸ νὰ βροῦμε τρόπους νὰ κάνουμε τὴν ψυχοθεραπεία προσιτὴ σὲ περισσότερους ἀνθρώπους. Εἶναι παράδοξο ὅτι σὲ μιὰ κοινωνία τῆς ἀγορᾶς ὅπου, μολονότι ὑπάρχει ἐκτεταμένη ἀνάγκη ὑποστήριξης καὶ θεραπείας, ὑπάρχει ἐπίσης ταυτόχρονα ἕνας αὐξανόμενος ἀριθμὸς ψυχοθεραπευτῶν ποὺ παλεύουν νὰ βροῦν ἐργασία. Μὲ καταναλωτικοὺς ὅρους, χρειάζεται νὰ φέρουμε τὴν προσφορὰ στὴ ζήτηση. Μὲ ἄλλα λόγια, υἱοθετώντας τὴν πολιτικὴ ἄποψη τοῦ Paul Goodman, χρειάζεται νὰ φέρουμε τὴν ψυχοθεραπεία στὸν κόσμο, στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, νὰ ἐπινοήσουμε μιὰ ἀγορα-θεραπεία γιὰ τὴν ἐποχὴ μας.

4.3 «Ἡ ὀμορφιὰ εἶναι τὸ σημαντικὸ: ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκπηγάζει ἀπ’ αὐτὴν»[17]

Μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια, ἡ κατοικία τοῦ ἀφεντικοῦ τῆς Μαφίας ποὺ διέταξε τὴ δολοφονία τοῦ Peppino Impastato εἶναι σήμερα τμῆμα ἑνὸς ἱδρύματος ποὺ ὑποδέχεται νέους ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο γιὰ νὰ μάθουν πῶς νὰ προστατεύουν τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα μὲ μὴ βίαιες μεθόδους. Γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ αὐτὴ ἡ μεταμόρφωση, βεβαίως, ὑπῆρξε πολὺς πόνος καὶ ἀγώνας. Στὴ βάση αὐτῆς τῆς συνθήκης, μποροῦμε νὰ ἀνακαλύψουμε ξανὰ τὴν πολιτικὴ συνάφεια τῆς αἰσθητικῆς, ἐκείνης στὴν ὁποία παρέπεμπε ὁ Peppino Ipmpastato καὶ ἐπέμενε μέχρι τέλους. Ἕνα ἀναισθητοποιημένο καὶ ἄψυχο ἄτομο μπορεῖ νἀ εἶναι πετυχημένος παραγωγὸς καὶ καταναλωτὴς (καταναλωτὴς ποὺ χρησιμοποιεῖ αἰσθητικὰ ἀντικείμενα γιὰ νὰ παραμείνει ἀναισθητοποιημένος), ὄχι ὅμως πολίτης. Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς πολίτης ἄν δὲν συντονίζεται μὲ τὸ κοινωνικὸ πεδίο στὸ ὁποῖο ζεῖ, ἄν δὲν νοιώθει πάθος, ἀγανάκτηση καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ νὰ ἀνήκει καὶ νὰ συμμετέχει; «Ἡ ὀμορφιὰ θὰ σώσει τὸν κόσμο», ἔγραψε ὁ Ντοστογιέφσκι. Προσπάθησα ἐδῶ νὰ προσδιορίσω τὶ εἴδους ὀμορφιὰ μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Τώρα, καταλήγοντας, θὰ ἔλεγα μὲ ἔμφαση ὅτι ἡ ὀμορφιὰ λειτουργεῖ μέσα ἀπὸ μᾶς, μέσα ἀπὸ τὴν αἰσθητικὴ τῆς δέσμευσής μας (Laura Perls, 1992). Ὁ κόσμος μπορεῖ νὰ σωθεῖ μόνο μὲ τὴν διαρκῆ, παθιασμένη, ἀπὸ κοινοῦ ἀναζήτηση καὶ προαγωγὴ τῆς ὀμορφιᾶς, ποὺ εἶναι ἡ αἰσθητὴ μορφὴ τῆς σχεσιακῆς μας κληρονομιᾶς. Ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ θεραπεία Gestalt, αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου


[17] Peppino Impastato. Βλ. σημείωση 2.

Ἀπόδοση, Γιῶργος Δίπλας Ψυχοθεραπευτής, Εκπαιευτής & Επόπτης Gestalt, Αὔγουστος 2015

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *